Ο Νίκος Παυλίδης, ευρύτερα γνωστός ως «Ισορροπιστής», είναι ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης και κυρίως ένας σπάνιος άνθρωπος. Θα έπρεπε να θεωρείται από τα πρόσωπα των ημερών, καθώς πέραν της καλλιτεχνικής του ιδιότητας, είναι παραγωγός αγροτικών προϊόντων και πωλητής λαϊκών αγορών.
Παίρνοντας ως αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις, τις αλλαγές που έρχονται στις λαϊκές αγορές και στο βάθος τη συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur και ταυτόχρονα την καλλιτεχνική του ωριμότητα (που αυτή την περίοδο κυκλοφορεί δύο καταπληκτικά κομμάτια «Τα ρέστα της γης» και το «Μια ανάσα»), δίνει μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Newsbeast.
Το «Καλημέρα Ελλάδα» είναι πιο επίκαιρο από ποτέ, σύμφωνα με τον ίδιο, ενώ την ίδια ώρα υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός είναι για όλους και όχι για «λίγους και εκλεκτούς». Το «Μια ανάσα» (που επιθυμεί να το ακούσει ο κόσμος) αποτελεί, για εκείνον, μια παύση μέσα στο χάος, έναν εσωτερικό διάλογο. «Μια ανάσα» για να συνεχίσουμε τις ζωές μας πιο ορθολογικά και κατανοητά. Παράλληλα, μας εξηγεί γιατί βλέπει μια κοινωνία κουρασμένη αλλά όρθια και πώς η μοναξιά διακρίνεται έντονα στους ανθρώπους πλέον.

Για εκείνον, πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια ιστορία. Αυτές τις ιστορίες τις κάνει στίχους και τις αποδίδει στην κοινωνία. Νιώθει πως τα τραγούδια του, που άντεξαν στο χρόνο, αποτελούν όχι φόρο τιμής μόνο, αλλά κυρίως ευθύνη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ισορροπιστής είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης με παρελθόν, παρόν και σίγουρα πολύ μέλλον…
– Νίκο, σε βρίσκουμε σε μια στιγμή που οι αγρότες διεκδικούν στους δρόμους και εσύ σε μεγάλη έμπνευση να γράφεις τραγούδια. «Τα ρέστα της γης» και το «Μια ανάσα» ανέβηκαν πρόσφατα στις διαδικτυακές μουσικές πλατφόρμες. Ποια είναι τα μηνύματα που στέλνεις μέσα από την τέχνη σου;
Μέσα από την τέχνη μου προσπαθώ να μιλήσω για όλα αυτά που συχνά μένουν στο περιθώριο: τον μόχθο, την αξιοπρέπεια, την καθημερινή μάχη του ανθρώπου που παλεύει να σταθεί όρθιος. Το «Τα ρέστα της γης» είναι μια ωδή σε όσους δίνουν τα πάντα και στο τέλος κρατούν μόνο την ψυχή τους καθαρή. Είναι για τους ανθρώπους της γης, του δρόμου, της λαϊκής, για όσους δουλεύουν σιωπηλά και σπάνια ακούγονται.
Το «Μια ανάσα» είναι πιο εσωτερικό. Μιλά για εκείνη τη μικρή παύση που όλοι χρειαζόμαστε για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, πριν μας καταπιεί ο θόρυβος. Είναι ένα τραγούδι για την ελπίδα, για το φως που βρίσκεις ακόμα και μέσα στη δυσκολία.
– Μπορεί να μη το ξέρουν κάποιοι, αλλά είσαι παραγωγός φρούτων και έμπορος στις λαϊκές αγορές. Πώς συνδυάζονται αυτά;

Για μένα δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι – είναι ο ίδιος δρόμος με δύο εκφράσεις. Η λαϊκή μού έμαθε τι σημαίνει πραγματική ζωή: ξύπνημα χαράματα, κούραση, επαφή με τον κόσμο, χαμόγελα, παράπονα, ιστορίες. Εκεί βλέπεις τον άνθρωπο όπως είναι, χωρίς φίλτρα. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο σχολείο για έναν ράπερ. Η ραπ, από την άλλη, είναι ο τρόπος μου να μετατρέπω όλα αυτά σε λέξεις και ρυθμό. Ό,τι ζω στον πάγκο, ό,τι ακούω, ό,τι νιώθω, γίνεται στίχος. Δεν υποδύομαι κάτι – απλά αφηγούμαι τη ζωή μου.
– Γιατί οι άνθρωποι της αγροτικής παραγωγής έφτασαν στα όριά τους;
Οι άνθρωποι της αγροτικής παραγωγής έφτασαν στα όριά τους γιατί νιώθουν πως δουλεύουν όλο και περισσότερο για να κερδίζουν όλο και λιγότερα. Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευτεί: καύσιμα, ρεύμα, λιπάσματα, ζωοτροφές, νερό, όλα ανεβαίνουν. Την ίδια στιγμή, οι τιμές που παίρνουν για τα προϊόντα τους συχνά δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά.
Πολλοί αισθάνονται ότι είναι μόνοι τους μέσα σε ένα σύστημα που δεν τους προστατεύει. Αντιμετωπίζουν γραφειοκρατία, έλλειψη στήριξης, αθέμιτο ανταγωνισμό, εισαγωγές χαμηλής ποιότητας και μεσάζοντες που κερδίζουν περισσότερα από αυτούς που παράγουν.
– Πώς θα επηρεάσει την ελληνική αγροτική οικονομία η συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur;

Ο φόβος μου είναι ότι εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να προέρχονται από παραγωγή με διαφορετικά (και πιθανώς πιο χαμηλά) περιβαλλοντικά ή υγειονομικά πρότυπα σε σχέση με τα ευρωπαϊκά, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τις τιμές.
– Λένε πως οι λαϊκές αγορές είναι οι καθρέφτες της κοινωνίας μας. Συμφωνείς με αυτή την παραδοχή και αν ναι, τι βλέπεις μέσα από αυτά τα είδωλα;
Συμφωνώ απόλυτα. Οι λαϊκές αγορές είναι καθρέφτης της κοινωνίας, γιατί εκεί δεν κρύβεται τίποτα. Δεν υπάρχουν φίλτρα, δεν υπάρχουν βιτρίνες. Εκεί βλέπεις την αλήθεια όπως είναι: τον άνθρωπο με το άγχος του, τη χαρά του, το παράπονό του, την ανάγκη του να επιβιώσει αλλά και να επικοινωνήσει. Μέσα σε αυτά τα «είδωλα» βλέπω μια κοινωνία κουρασμένη αλλά όρθια. Βλέπω ανθρώπους που παλεύουν με την ακρίβεια, με τη μοναξιά, με την αβεβαιότητα. Βλέπω ηλικιωμένους που έρχονται όχι μόνο για να ψωνίσουν, αλλά για να μιλήσουν. Βλέπω νέους που ψάχνουν ταυτότητα και χώρο. Βλέπω οικογένειες που μετράνε τα κέρματα, αλλά δεν χάνουν την αξιοπρέπειά τους.
– Τι αλλάζει στις λαϊκές αγορές; Θεωρείς πως σπρώχνουν τον κόσμο μακριά από αυτές;

Αλλάζουν πολλά – και όχι πάντα προς το καλύτερο. Οι λαϊκές αγορές κάποτε ήταν χώρος ζωντανός, ανθρώπινος, λαϊκός με την ουσία της λέξης. Σήμερα βλέπουμε να μπαίνουν κανόνες, πλαίσια και λογικές που τις κάνουν πιο άκαμπτες, πιο απρόσωπες. Περισσότερη γραφειοκρατία, περισσότερα κόστη για τον παραγωγό, λιγότερη ελευθερία κινήσεων, λιγότερη επαφή.
Και ναι, φοβάμαι πως σε κάποιο βαθμό σπρώχνουν τον κόσμο μακριά. Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν αγαπούν τη λαϊκή, την αγαπούν. Αλλά γιατί όταν ανεβαίνουν οι τιμές, όταν χάνεται η αίσθηση της γειτονιάς, όταν όλα μοιάζουν με σούπερ μάρκετ σε δρόμο, τότε χάνεται η ψυχή της. Η λαϊκή δεν είναι μόνο αγορά. Είναι κοινωνικός χώρος. Είναι τόπος συνάντησης. Είναι διάλογος. Αν την κάνεις μόνο μηχανισμό πώλησης, τότε χάνει τον λόγο ύπαρξής της.
– Ο πατέρας σου σε έπαιρνε από 14 χρονών μαζί του στις λαϊκές. Ήταν ένα «σχολείο» για εσένα;
Ναι, ήταν το μεγαλύτερό μου σχολείο. Από τα 14 μου, στις λαϊκές έμαθα πράγματα που δεν τα βρίσκεις σε καμία τάξη. Έμαθα τι σημαίνει ευθύνη, τι σημαίνει να ξυπνάς πριν χαράξει, να στήνεις πάγκο με κρύο και βροχή, να σέβεσαι τον κόπο σου και τον κόπο του άλλου. Ο πατέρας μου δεν μου έμαθε μόνο τη δουλειά – μου έμαθε στάση ζωής. Να μιλάω με τον κόσμο, να ακούω, να παρατηρώ. Να καταλαβαίνω πότε κάποιος θέλει απλώς να πει τον πόνο του και πότε να χαμογελάσει. Αυτή η επαφή με την αλήθεια του δρόμου με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνη. Στη λαϊκή έμαθα ότι τίποτα δεν σου χαρίζεται. Ότι η αξιοπρέπεια δεν είναι δεδομένη, την χτίζεις κάθε μέρα. Και έμαθα κάτι ακόμα πιο σημαντικό: ότι πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια ιστορία. Αυτές τις ιστορίες κουβαλάω μέσα μου και τις κάνω στίχους.
– Είναι ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα… Το ακολουθούν τα νέα παιδιά;

Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα – σωματικά, ψυχολογικά και οικονομικά. Και η αλήθεια είναι πως όλο και λιγότερα νέα παιδιά το ακολουθούν. Όχι γιατί δεν αγαπούν τη δουλειά, αλλά γιατί βλέπουν την ανασφάλεια, την έλλειψη στήριξης και το πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις μέλλον πάνω σε κάτι που δεν σου εγγυάται τίποτα.
– Με τα τραγούδια σου μεγαλώσαμε εμείς και τώρα μεγαλώνουν και οι επόμενες γενιές με αυτά. Το γεγονός αυτό σου προσθέτει βάρος ή ικανοποίηση;
Είναι και τα δύο – αλλά αν πρέπει να διαλέξω, είναι περισσότερο ικανοποίηση. Το βάρος υπάρχει, γιατί όταν συνειδητοποιείς ότι τα λόγια σου μπαίνουν σε σπίτια, σε ακουστικά, σε εφηβικά δωμάτια, σε παιδικές ψυχές, τότε καταλαβαίνεις πως δεν γράφεις πια μόνο για σένα. Γράφεις για μνήμες που θα μείνουν. Για στιγμές που κάποιος θα θυμάται σε δέκα, είκοσι χρόνια και θα λέει: «Αυτό το τραγούδι με μεγάλωσε». Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι ευθύνη.
– Το «Καλημέρα Ελλάδα» είναι η «Κιβωτός» σου; Είναι ένα τραγούδι πιο επίκαιρο από ποτέ; Και γιατί;

Είναι επίκαιρο γιατί μιλά για τον απλό άνθρωπο. Για εκείνον που παλεύει σιωπηλά. Για εκείνον που δεν έχει βήμα. Για εκείνον που ακόμα ελπίζει, έστω κι αν όλα γύρω του τον σπρώχνουν να τα παρατήσει. Και όσο αυτή η κοινωνία παλεύει να μη χάσει τον εαυτό της, τέτοια τραγούδια δεν παλιώνουν. Γίνονται αναγκαία.
– Το «Μια ανάσα» θαρρώ ότι δείχνει την καλλιτεχνική σου εξέλιξη και ωριμότητα, το αποδέχεσαι αυτό;
Το «Μια ανάσα» είναι ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε για να εντυπωσιάσει, γράφτηκε για να με εκφράσει. Και αυτό, για μένα, είναι η μεγαλύτερη ένδειξη ωριμότητας. Όταν δεν προσπαθείς πια να αποδείξεις ποιος είσαι, αλλά απλώς είσαι. Ευχαριστώ τον Σταύρο Ζαχαριά για την μουσική παραγωγή γιατί για να δείξει ένα τραγούδι χρειάζεται και τον ήχο του. Στα πρώτα μου χρόνια είχα περισσότερη ένταση, περισσότερο θυμό, περισσότερη ανάγκη να φωνάξω. Τώρα έχω περισσότερη ανάγκη να ακούσω. Να παρατηρήσω. Να καταλάβω. Το «Μια ανάσα» είναι ακριβώς αυτό: μια παύση μέσα στο χάος, ένας εσωτερικός διάλογος.
– Μικρός έγραφες κασέτες; Τι έβαζες μέσα σε αυτές;
– Ο τρόπος που ακούμε μουσική έχει αλλάξει, από δίσκους, κασέτες, cd τώρα στις πλατφόρμες. Ποια είναι η άποψή σου πάνω σε αυτό; Σε ενοχλεί; Νοσταλγείς τις παλιές εποχές;»
Ναι, μικρός έγραφα κασέτες. Και μέσα δεν έβαζα απλώς τραγούδια, έβαζα στιγμές. Έφτιαχνα mixtapes πριν καν ξέρω ότι λέγονται έτσι. Έβαζα κομμάτια που μου μιλούσαν, που με ταξίδευαν, που μου έδιναν κουράγιο. Κάθε κασέτα ήταν σαν ημερολόγιο χωρίς λέξεις. Άλλο mood, άλλη φάση, άλλη εποχή της ζωής μου. Ήταν σαν να λες: «Αυτός είμαι σήμερα».
Όσο για το πώς ακούμε μουσική σήμερα… έχει αλλάξει ριζικά. Τότε έπρεπε να ψάξεις, να περιμένεις, να γυρίσεις την κασέτα, να προσέξεις μη μασήσει. Υπήρχε τελετουργία. Τώρα όλα είναι άμεσα, άπειρα, διαθέσιμα με ένα κλικ.
Δεν με ενοχλεί, απλώς είναι διαφορετικό. Κάθε εποχή έχει τον τρόπο της. Το θετικό είναι ότι σήμερα η μουσική μπορεί να φτάσει παντού. Ένα παιδί σε ένα χωριό, σε ένα δωμάτιο, σε μια ταράτσα, μπορεί να ακούσει ό,τι θέλει. Αυτό είναι δύναμη».
– Αν αναλάμβανες το υπουργείο Πολιτισμού, ποιες αλλαγές θα έκανες;

Αν αναλάμβανα το υπουργείο Πολιτισμού, θα προσπαθούσα να το κάνω πρώτα απ’ όλα υπουργείο ζωής, όχι βιτρίνας. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο τα μεγάλα θέατρα, τα μουσεία και τα εγκαίνια. Είναι οι γειτονιές, οι πλατείες, τα υπόγεια στούντιο, οι τοίχοι με γκράφιτι, οι λαϊκές αγορές, οι ιστορίες των ανθρώπων. Να σταματήσει η λογική “ποιος αξίζει”. Όλοι αξίζουν. Ο πολιτισμός δεν είναι για λίγους. Είναι για όλους.
Αν έπρεπε να το πω απλά: Θα ήθελα ένα υπουργείο που να μη μετράει μόνο εισιτήρια, αλλά ανθρώπους που ένιωσαν κάτι. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
– Τέλος, θα σε πάω σε άλλο τραγούδι. Ο Πλιάτσικας έλεγε «αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα». Ο Νίκος Παυλίδης αν θα μπορούσε τον κόσμο να άλλαζε τι θα έκανε;

Αν μπορούσα τον κόσμο να αλλάξω… δεν θα τον ξανάβαφα απλώς. Θα τον άκουγα πρώτα. Θα έδινα πίσω τον χρόνο στους ανθρώπους. Να μη ζουν με το ρολόι στο λαιμό. Να προλαβαίνουν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον στα μάτια. Θα έκανα την αξιοπρέπεια αυτονόητη και όχι ζητούμενο. Θα έκανα τη δουλειά να μη σε εξαντλεί μέχρι να ξεχάσεις ποιος είσαι.
Θα ξαναέδινα φωνή σε όσους μιλάνε ψιθυριστά. Στους κουρασμένους. Στους αόρατους. Στους ανθρώπους που δεν χωράνε σε στατιστικές. Θα έβαζα την ανθρωπιά πάνω από το κέρδος και την ουσία πάνω από την εικόνα.
Και ίσως, στο τέλος, θα ξανάβαφα κι εγώ κάτι. Όχι τη θάλασσα. Θα ξανάβαφα τις λέξεις.
Για να σημαίνουν πάλι αυτό που λένε:
Αγάπη να είναι αγάπη.
Σεβασμός να είναι σεβασμός.
Ελευθερία να μην είναι σύνθημα, αλλά καθημερινότητα.
Αν μπορούσα τον κόσμο να αλλάξω, θα τον έκανα λίγο πιο απλό.
Γιατί κάπου στην απλότητα… χάσαμε τον εαυτό μας.