Η σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρωθυπουργό του Ισραήλ και τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με αφορμή την ανακοίνωση της τουρκικής προεδρίας που απέδωσε τις επιθέσεις στον Λίβανο σε «απελπισία» του «εγκληματία, σε βάρος του οποίου εκκρεμούν εντάλματα σύλληψης», αποτελεί μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη εν μέσω του πολέμου.
Είναι, επίσης, μια αφορμή να σταθούμε στον ρόλο που διεκδικεί να παίξει η Άγκυρα την επόμενη ημέρα στην περιοχή, όταν ο πόλεμος τελειώσει.
Από την έναρξη των επιθέσεων, η Άγκυρα επέλεξε να μείνει εκτός, να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με όλους τους εμπλεκόμενους και να περιμένει. Ο Ερντογάν έλαβε από την αρχή μια σαφή θέση, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Ταυτόχρονα, έκλεισε τον εναέριο χώρο της για τις αμερικανικές δυνάμεις, ενώ ο Ερντογάν εξέφρασε προσωπικά τα συλλυπητήριά του μετά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, προσέχοντας όμως να μη δώσει την εντύπωση ότι συντάσσεται με την Τεχεράνη.
Η Άγκυρα επέκρινε ανοιχτά τα ιρανικά αντίποινα κατά χωρών του Κόλπου, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν απέδωσε στο Ιράν την ευθύνη για την αποτυχία των προπολεμικών διαπραγματεύσεων. Το μήνυμα ήταν σκόπιμο: η Τουρκία ήταν κατά του πολέμου, αλλά δεν ήταν σύμμαχος κανενός σε αυτόν.
Προτεραιότητα στο εμπόριο και τη διπλωματία
Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει υποστεί σημαντική μετατόπιση στην εξωτερική της πολιτική και έχει αρχίσει να συμφιλιώνεται με πρώην αντιπάλους της, έπειτα από μια περίοδο περιφερειακής απομόνωσης. Αυτή η στροφή ήταν σύμφωνη με ευρύτερες τάσεις στην περιοχή και οδήγησε σε ένα νέο κοινό όραμα μεταξύ της Τουρκίας και των κρατών του Κόλπου, το οποίο έδινε προτεραιότητα στο εμπόριο και τη διπλωματία έναντι της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Με την πάροδο του χρόνου, το Ισραήλ άρχισε να θεωρείται η κύρια απειλή για την περιφερειακή τάξη που προσπαθούσαν να οικοδομήσουν η Τουρκία και οι χώρες του Κόλπου, αντικαθιστώντας το Ιράν ως τον βασικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία και οι χώρες του Κόλπου κατέβαλαν έντονες προσπάθειες παρασκηνιακής πίεσης για να αποτρέψουν το ξέσπασμα του πολέμου.
Αυτό το περιφερειακό όραμα ήταν επίσης συμβατό με τη μακροχρόνια αντίληψη της Τουρκίας για το Ιράν. Η Άγκυρα έχει συχνότερα δει το Ιράν ως έναν αντίπαλο που πρέπει να διαχειρίζεται, παρά ως έναν υπαρξιακό εχθρό. Οι δύο χώρες μοιράζονται μακρά χερσαία σύνορα, ανταγωνίζονται για επιρροή στις ίδιες περιοχές και υποστηρίζουν αντίπαλες πλευρές σε πολλές συγκρούσεις. Ωστόσο, έχουν επίσης συνεργαστεί όταν τα συμφέροντά τους συνέπιπταν και καμία δεν έχει θεωρήσει την άλλη ως απειλή που πρέπει να εξαλειφθεί.
Πρόβλημα τα 500 χιλιόμετρα χερσαίων συνόρων
Η Τουρκία αντιμετωπίζει πραγματικούς και άμεσους κινδύνους σε πολλά μέτωπα. Ο πιο ανησυχητικός είναι η προοπτική κατάρρευσης του ιρανικού κράτους ή μιας παρατεταμένης σύγκρουσης που θα πυροδοτήσει ένα μαζικό μεταναστευτικό κύμα προς το τουρκικό έδαφος. Η Τουρκία μοιράζεται περίπου 500 χιλιόμετρα χερσαίων συνόρων με το Ιράν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποτελούσε τον πρώτο προορισμό για όσους διαφεύγουν από την Ισλαμική Δημοκρατία. Το προηγούμενο της Συρίας είναι καθοριστικό: η φιλοξενία εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου άσκησε σημαντική πίεση στις υποδομές και στον κοινωνικό ιστό της Τουρκίας. Η κλίμακα μιας πιθανής μεταναστευτικής κρίσης από το Ιράν θα μπορούσε να είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη.
Με περιορισμένους ενεργειακούς πόρους, η Τουρκία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη. Η οικονομία της αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό και έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών· η συνεχής αύξηση στο κόστος των εισαγωγών πετρελαίου έχει ήδη προσθέσει μεγάλη πίεση στο εσωτερικό της.
Οι Κούρδοι
Η Τουρκία, επίσης, ανησυχεί για την πιθανότητα ένοπλης κινητοποίησης εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας από Κούρδους στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του Ιράν. Αυτή η ανησυχία αντανακλά ένα βαθιά ριζωμένο αντανακλαστικό στη στρατηγική σκέψη της Τουρκίας. Για δεκαετίες, η Άγκυρα θεωρεί την εμφάνιση κουρδικής πολιτικής ή στρατιωτικής αυτονομίας κατά μήκος των συνόρων της ως άμεση απειλή για την ασφάλειά της. Η ανησυχία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη λόγω της παρουσίας του Κόμματος Ελεύθερης Ζωής του Κουρδιστάν στο Ιράν, της σημαντικότερης κουρδικής ένοπλης ομάδας στη χώρα, η οποία έχει οργανωτικούς δεσμούς με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα, που η Τουρκία χαρακτηρίζει τρομοκρατική οργάνωση.
Η βασική δυσκολία της Τουρκίας όσον αφορά τον πόλεμο με το Ιράν δεν μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω διπλωματίας ή προσεκτικής στάσης: δεν γνωρίζει προς τα πού κατευθύνεται αυτή η σύγκρουση και δεν μπορεί να προβλέψει αξιόπιστα τη λήψη αποφάσεων των ΗΠΑ. Οι δηλωμένοι στόχοι της Ουάσιγκτον στον πόλεμο έχουν μεταβληθεί επανειλημμένα από τότε που ξεκίνησε τις αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράν, γεγονός που καθιστά δύσκολο να διαμορφωθεί —και ακόμη δυσκολότερο να επιδιωχθεί— ένα σταθερό διπλωματικό τέλος.
Η Άγκυρα επιθυμεί τη λήξη του πολέμου το συντομότερο δυνατό, αλλά στερείται της επιρροής που απαιτείται για να φέρει πιο κοντά αυτή τη στιγμή. Η εκ νέου αντιπαράθεση με το Ισραήλ είναι, επίσης, μια προσπάθεια να δείξει τη δύναμή της στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Israel under my leadership will continue to fight Iran’s terror regime and its proxies, unlike Erdogan who accommodates them and massacred his own Kurdish citizens.
— Benjamin Netanyahu – בנימין נתניהו (@netanyahu) April 11, 2026
Το αν θα καταφέρει να πρωταγωνιστήσει στις εξελίξεις, σε αυτή τη χρονική στιγμή, μοιάζει αδύνατο.