Η Κάθριν Ντόμπσον θυμάται ακόμη το πρώτο κομπλιμέντο για το χαμόγελό της από έναν άγνωστο, κατά τη διάρκεια μιας απλής επίσκεψης στο σούπερ μάρκετ Asda. Η 40χρονη τότε διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών ένιωσε κολακευμένη, χωρίς όμως να δώσει ιδιαίτερη σημασία. Πέντε μήνες αργότερα, όταν συνάντησε ξανά τον ίδιο άνδρα, τον Μάικλ Χάρβεϊ, στο ίδιο πάρκινγκ, σκέφτηκε ότι ίσως επρόκειτο για σύμπτωση, ίσως και για τη μοίρα που χτυπούσε την πόρτα της.

Κατά τη δεύτερη αυτή συνάντηση, ο 51χρονος τότε Χάρβεϊ, ψηλός και καλοντυμένος, τη γοήτευσε λέγοντάς της ότι εργαζόταν ως αστυνομικός ντετέκτιβ και της ζήτησε το τηλέφωνό της για να την καλέσει για ένα ποτό. Όπως περιγράφει η ίδια, της είπε πως την είχε αφήσει να φύγει την πρώτη φορά και το μετάνιωνε από τότε. Αν και σήμερα της φαίνεται αφελές, εκείνη τη στιγμή ένιωσε κολακευμένη. Ήταν πρόσφατα διαζευγμένη, μόνη με τα παιδιά της, και δεν αναζητούσε σχέση. Ωστόσο, σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, καθώς ο άνδρας παρουσιαζόταν ως αστυνομικός και αξιόπιστος.

Χρόνια αργότερα, η Κάθριν πιστεύει ότι εκείνη η δεύτερη συνάντηση δεν ήταν καθόλου τυχαία. Χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, μετά την πρώτη τους γνωριμία τον Μάιο του 2012, ο παντρεμένος πατέρας τριών παιδιών την είχε παρακολουθήσει μέχρι το αυτοκίνητό της, είχε σημειώσει τον αριθμό κυκλοφορίας και αργότερα την ίδια ημέρα, είχε χρησιμοποιήσει τον εθνικό αστυνομικό υπολογιστή στη δουλειά του, στη Μονάδα Διαχείρισης Σεξουαλικών Παραβατών της Αστυνομίας του Λάνκασαϊρ, για να ελέγξει τα στοιχεία της. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήθελε να δει αν υπήρχε δηλωμένος άνδρας οδηγός στο ασφαλιστήριο του οχήματός της, δηλαδή αν ήταν ελεύθερη και πιθανός στόχος.

Η συγκλονιστική αυτή λεπτομέρεια αποκαλύφθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα στο Δικαστήριο του Πρέστον, όταν ο Χάρβεϊ, σήμερα 65 ετών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυόμισι ετών αφού παραδέχθηκε ενοχή για ελεγκτική και καταναγκαστική συμπεριφορά, καθώς και για κατάχρηση αστυνομικών συστημάτων. Ο δικαστής ανέφερε ότι την «εξαπάτησε» από την αρχή, παρασύροντάς τη σε μια σχέση και «παίζοντας» με τα συναισθήματά της, απειλώντας επανειλημμένα ότι θα αυτοκτονήσει, μέχρι που εκείνη, εξαντλημένη από τα ψέματά του, κάλεσε τελικά το 999 για να ζητήσει βοήθεια από τους ίδιους τους συναδέλφους του ώστε να τον απομακρύνουν από το σπίτι της, τέσσερα χρόνια αργότερα.

Τα ψέματα του Χάρβεϊ, όπως η δήθεν διάστασή του από τη σύζυγό του, ότι δεν έπινε αλκοόλ, ότι εξεταζόταν για σπάνιο καρκίνο, ότι έπασχε από μετατραυματικό στρες λόγω συμμετοχής σε διασώσεις θυμάτων του τσουνάμι της Boxing Day στη Σρι Λάνκα και, το πιο σοκαριστικό, ότι είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά ως παιδί, σήμερα μοιάζουν στην Κάθριν με σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Χρειάστηκε πάνω από μία δεκαετία για να αποδεχθεί ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για έναν παντρεμένο άνδρα με πρόβλημα αλκοολισμού, που της έλεγε «ψέμα πάνω στο ψέμα» για να εισχωρήσει στη ζωή, στο σπίτι και στο κρεβάτι της.

Μέχρι το τέλος της σχέσης, τον Ιούλιο του 2016, η ψυχολογική κακοποίηση ήταν τόσο έντονη που η Κάθριν, σήμερα 54 ετών, δηλώνει ότι ήταν «συντετριμμένη». Ξυπνούσε με δυσκολία στην αναπνοή, είχε ρινορραγίες στον ύπνο της και είχε χάσει κάθε αίσθηση προσωπικής υπόστασης, σε σημείο που δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί όταν ο Χάρβεϊ, σωματικά πιο δυνατός, απαιτούσε σεξ. Παρότι εκείνος παραδέχθηκε στο δικαστήριο ότι προσποιήθηκε τον καρκίνο και την παιδική κακοποίηση, αρνήθηκε τον βιασμό και αθωώθηκε από το κατηγορητήριο αυτό μετά από τετραήμερη δίκη τον Νοέμβριο, αφήνοντας την Κάθριν συντετριμμένη.

Μιλώντας αποκλειστικά στην Daily Mail, η Κάθριν περιγράφει τον Χάρβεϊ ως «μάστορα της χειραγώγησης», που εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως αστυνομικός για να τη σαγηνεύσει και στη συνέχεια να την καταστρέψει ψυχικά, σωματικά και οικονομικά. Θυμάται ότι στο πρώτο τους ραντεβού, όταν της είπε ότι εργαζόταν στη Μονάδα Σεξουαλικών Παραβατών, πίστεψε πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει ασφαλέστερος άνθρωπος. Ωστόσο, όπως λέει, άλλοτε ήταν γοητευτικός, ευγενικός και προσεκτικός και άλλοτε μετατρεπόταν σε τέρας, με μια συμπεριφορά τύπου «Τζέκιλ και Χάιντ».

Η ίδια αποφάσισε να άρει το δικαίωμά της στην ανωνυμία για να προειδοποιήσει άλλες γυναίκες για τα «κόκκινα σημάδια» που η ίδια αγνόησε. Τονίζει ότι τέτοιοι άνδρες δεν μοιάζουν επικίνδυνοι, αλλά παρουσιάζονται ως καλοί και λογικοί, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους. Κατά τους πρώτους μήνες, η σχέση τους έμοιαζε ιδανική, με απλές βόλτες, ποδηλασία και πολύωρες τηλεφωνικές συνομιλίες. Με τον καιρό όμως, άρχισε να ανησυχεί γιατί δεν την είχε γνωρίσει στα παιδιά του ούτε σε φίλους, ενώ απέφευγε να εμφανίζονται μαζί στα κοινωνικά δίκτυα, δίνοντας κάθε φορά «εύλογες» δικαιολογίες.

Περίπου ενάμιση χρόνο μετά, η Κάθριν απαίτησε να σταματήσει να κρατά «το ένα πόδι έξω» από τη σχέση. Τότε ο Χάρβεϊ άρχισε να πίνει, δήλωνε άρρωστος και εκτός εργασίας λόγω τραυματικών εμπειριών, ενώ όταν του ζήτησε πίσω το κλειδί του σπιτιού της στο Ρόσεντεϊλ του Λάνκασαϊρ, «έριξε» το μεγάλο ψέμα της δήθεν παιδικής κακοποίησης, παρασύροντάς τη ξανά. Ακολούθησαν νέες υποψίες για άλλες γυναίκες, νέες δικαιολογίες και ακόμη ένα ψέμα για καρκινικό όγκο στη μύτη, που στην πραγματικότητα ήταν μια απλή επέμβαση για πολύποδες.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά το καλοκαίρι του 2015, όταν ο Χάρβεϊ άρχισε να απειλεί ανοιχτά ότι θα αυτοκτονήσει, περιγράφοντας μάλιστα τον τρόπο. Η Κάθριν ζούσε με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να τον οδηγήσει στον θάνατο. Τον Σεπτέμβριο, όταν του ζήτησε να φύγει από το σπίτι, εκείνος τηλεφώνησε λέγοντας ότι το μόνο μέρος όπου θα πήγαινε «ήταν εκεί όπου δεν υπάρχουν άνδρες ή γυναίκες», οδηγώντας την να καλέσει ξανά το 999. Παρά την επέμβαση της αστυνομίας, του έδωσε ακόμη μία ευκαιρία, μέχρι που ένα καταστροφικό οικογενειακό ταξίδι στη Μινόρκα την έκανε να αποφασίσει οριστικά να τον απομακρύνει. Μετά από πεντάωρη αντιπαράθεση, αστυνομικοί τον απομάκρυναν και εκείνη άλλαξε τις κλειδαριές.

Παρά την έκδοση εντολής παρενόχλησης, ο Χάρβεϊ συνέχισε να την ενοχλεί μέχρι τον Ιούλιο του 2022, όταν η Κάθριν βρήκε το θάρρος να τον καταγγείλει. Αν και επαινεί τους αστυνομικούς που συνέβαλαν στην καταδίκη του, εκφράζει οργή για την Αστυνομία του Λάνκασαϊρ, η οποία, όπως λέει, επέτρεψε τη δράση του. Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης αποκαλύφθηκε ότι ήδη από τον Ιούλιο του 2011 άλλη γυναίκα είχε καταγγείλει τον Χάρβεϊ για κατάχρηση της θέσης του, με παρόμοιο μοτίβο συμπεριφοράς, ενώ υπήρξε και καταγγελία παρενόχλησης στον χώρο εργασίας του το 2014. Παρ’ όλα αυτά, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το σώμα και αποχώρησε το 2018 με πλήρη σύνταξη.

Η Κάθριν, η οποία έχει καταθέσει και επίσημη καταγγελία, δηλώνει εξοργισμένη, υποστηρίζοντας ότι αν οι αρμόδιοι είχαν ενεργήσει έγκαιρα, η ίδια και τα παιδιά της δεν θα είχαν υποστεί τόσα χρόνια κακοποίησης. Εκπρόσωπος της Αστυνομίας του Λάνκασαϊρ επιβεβαίωσε ότι η υπηρεσία επαγγελματικών προτύπων διερευνά την υπόθεση, σημειώνοντας ωστόσο ότι δεν είναι σκόπιμο να υπάρξει περαιτέρω σχόλιο σε αυτό το στάδιο.