Η πρωτοπόρος Ίντερ, με διαφορά δέκα βαθμών στην κορυφή, να αποκλείεται από την Μπόντο/Γκλιμτ. Δύο ιταλικές ομάδες εκτός από τα play-offs φέτος. Τρεις πέρσι. Αποκλεισμοί από Βέλγους και Ολλανδούς το 2025, από Νορβηγούς και Τούρκους το 2026. Ποδοσφαιριστές που θεωρήθηκαν «τελειωμένοι» – όπως οι Πέρισιτς, Λανγκ, Οσιμέν και Χάουγκε – να επιστρέφουν ως τιμωροί του ίδιου τους του πρωταθλήματος.
Οι τίτλοι μιλούν για «καταστροφή». Τα τηλεοπτικά πάνελ επιδίδονται σε υπερβολές, συγκρίνοντας το μπάτζετ της Μπόντο/Γκλιμτ με εκείνο ομάδων της ιταλικής Serie C. Η αμηχανία γίνεται εθνική ανησυχία, ειδικά με φόντο το επερχόμενο μπαράζ της εθνικής και τον κίνδυνο ενός τρίτου διαδοχικού αποκλεισμού από Μουντιάλ.
Την Τρίτη το ιταλικό ποδόσφαιρο «πέθανε». Την Τετάρτη «αναστήθηκε», όταν η Αταλάντα διέσωσε το κύρος της και η Γιουβέντους πάλεψε μέχρι την παράταση. Έτσι λειτουργεί ο δημόσιος λόγος: η αποτυχία κάνει περισσότερο θόρυβο από τη σχετική επιτυχία.
Κι όμως, τα τελευταία πέντε χρόνια οι ιταλικοί σύλλογοι έχουν δώσει οκτώ ευρωπαϊκούς τελικούς. Στην περσινή πρεμιέρα της νέας μορφής του Champions League, η Serie A ξεκίνησε ως πρωτοπόρος στη βαθμολογία της UEFA, με πέντε ομάδες στη διοργάνωση. Η εθνική κατέκτησε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα μόλις το 2021. Τα τμήματα υποδομής στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης σε επίπεδο U17 και U19 και έφτασαν μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου U20.
Στην εποχή της ψηφιακής αμνησίας και των «καυτών» απόψεων των 30 δευτερολέπτων, αυτά ξεχνιούνται γρήγορα. Η ήττα, αντίθετα, μένει. Η πεντάρα της Ίντερ σε τελικό Champions League ηχεί πιο δυνατά από τους αποκλεισμούς της Μπάγερν και της Μπαρτσελόνα σε διπλά παιχνίδια. Η Ρόμα έφτασε μια διαδικασία πέναλτι μακριά από δεύτερο διαδοχικό ευρωπαϊκό τρόπαιο, αλλά αυτό δεν χωράει σε δραματικούς τίτλους. Η Φιορεντίνα έχασε τελικό Conference στις καθυστερήσεις. Αυτές οι λεπτομέρειες σβήνονται.
Θα ήταν διαφορετική η συζήτηση αν η Serie A είχε κατακτήσει τρεις ή τέσσερις από αυτούς τους οκτώ τελικούς; Αν το 2023 είχε κάνει το απόλυτο; Αν είχε προσθέσει ένα Champions League στα Europa και Conference που ήδη πήρε; Πιθανότατα ναι.
Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Η Ιταλία λειτουργεί με μειονεκτήματα: υποδομές που υστερούν, περιορισμένη αγοραστική δύναμη, μικρότερη επενδυτική έλξη από την Premier League. Κι όμως, σε πολλές περιπτώσεις έχει υπεραποδώσει σε σχέση με τις συνθήκες της.
Η εποχή της απόλυτης κυριαρχίας, από τα τέλη των ‘80s έως τις αρχές του 2000, δύσκολα θα επιστρέψει. Το οικονομικό χάσμα είναι τεράστιο. Εκτός αν υπάρξει δημογραφικό «θαύμα», μαζικές επενδύσεις κρατικών ταμείων ή μια απρόβλεπτη κατάρρευση των ισχυρότερων πρωταθλημάτων, εκείνα τα δεδομένα δεν επαναλαμβάνονται. Κι ακόμη και στη «χρυσή εποχή», οι ιταλικοί κολοσσοί γνώριζαν απρόσμενες ήττες από σκανδιναβικές ομάδες.
Οι γενικεύσεις των τελευταίων ημερών αγνοούν είτε τα νέα όρια της Serie A είτε τις ειδικές συνθήκες κάθε συλλόγου. Τραυματισμοί-σοκ, αλλαγές προπονητών, κακή διαχείριση μεταγραφών, στιγμές που έκριναν ολόκληρες σειρές αγώνων. Μικρές λεπτομέρειες για κάποιους· καθοριστικές για άλλους.
Το ιταλικό ποδόσφαιρο είναι ασταθές. Κατακτά Ευρωπαϊκό και χάνει Μουντιάλ. Παίζει ημιτελικό-έπος και έπειτα τελικό-εφιάλτη. Δεν έχει επαναλαμβανόμενο πρωταθλητή στη δεκαετία. Όμως δεν είναι παρακμιακό.
Ταλέντο υπάρχει, έστω κι αν μεγάλο μέρος του αγωνίζεται πλέον στο εξωτερικό. Επενδύσεις γίνονται. Πάνω από τις μισές ομάδες της Serie A ανήκουν σε ξένα funds. Η συνδιοργάνωση του Euro 2032 πιέζει για ανακαίνιση γηπέδων και εκσυγχρονισμό δομών. Η σταθεροποίηση, όχι η επιστροφή στην αυτοκρατορία των ‘90s, είναι ο ρεαλιστικός στόχος.
Η Serie A ίσως να μην είναι πια η καλύτερη λίγκα του κόσμου. Αλλά απέχει πολύ από το να είναι «νεκρή». Και, συχνά, η αλήθεια κρύβεται στις αποχρώσεις, όχι στους τίτλους.