Με ηλεκτρονικό τρόπο θα δηλώνουν πλέον την ώρα προσέλευσης και αποχώρησης από το γραφείο τους οι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς η ψηφιακή κάρτα εργασίας που εφαρμόζεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα επεκτείνεται πολύ σύντομα και στο Δημόσιο. Το νέο σύστημα θα καταγράφει σε πραγματικό χρόνο την παρουσία κάθε εργαζομένου, τις ώρες εργασίας του, αλλά και τις μετακινήσεις του εντός και εκτός της υπηρεσίας, βάζοντας τέλος στο σημερινό αποσπασματικό καθεστώς ελέγχου του ωραρίου.
Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας σημαίνει ότι κάθε υπάλληλος θα επιβεβαιώνει αυτοπροσώπως την προσέλευσή του και την αποχώρησή του από την εργασία, χωρίς χειρόγραφες καταστάσεις, χωρίς πολλαπλά συστήματα και χωρίς περιθώρια παρεμβάσεων. Για πρώτη φορά, το Δημόσιο θα έχει ενιαία και αξιόπιστη εικόνα για το ποιοι εργάζονται, πότε εργάζονται και πόσες ώρες πραγματικά απασχολούνται.
Στον ιδιωτικό τομέα το μέτρο εφαρμόζεται ήδη σε περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο εργαζόμενους σε κλάδους όπως οι τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ, το λιανεμπόριο, ο τουρισμός, η εστίαση, η βιομηχανία και οι ΔΕΚΟ, οπού εκεί, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, η ακριβής καταγραφή του χρόνου απασχόλησης οδήγησε σε εντυπωσιακή αύξηση των δηλωμένων υπερωριών, αποκαλύπτοντας τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τα δηλωμένα ωράρια. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι το 2025, σε σύγκριση με το 2024, οι υπερωρίες αυξήθηκαν σχεδόν κατά 70%, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται στον τουρισμό, την εστίαση, το λιανεμπόριο και τη βιομηχανία.
Στο Δημόσιο, το ζητούμενο δεν είναι προφανώς η αδήλωτη εργασία, αλλά οι πλασματικές υπερωρίες και η ελλιπής παρακολούθηση του ωραρίου. Με την ψηφιακή κάρτα, οι υπερωρίες θα αποζημιώνονται μόνο εφόσον έχουν καταγραφεί ηλεκτρονικά, κάτι που αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ελέγχεται μέχρι σήμερα η υπερωριακή απασχόληση. Κάθε υπάλληλος θα πληρώνεται αποκλειστικά για τις ώρες που αποτυπώνονται στο σύστημα, περιορίζοντας αδικίες και αμφισβητήσεις.
Το σχέδιο βρίσκεται ήδη στην τελική ευθεία και αποτελεί ένα από τα βασικά μεταρρυθμιστικά ορόσημα που έχουν τεθεί από την κυβέρνηση. Την ευθύνη υλοποίησης έχει το υπουργείο Εσωτερικών, με στόχο το σύστημα να τεθεί σταδιακά σε λειτουργία από το καλοκαίρι. Η καταγραφή του ωραρίου θα γίνεται σε πραγματικό χρόνο και θα είναι προσβάσιμη κεντρικά, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς χειροκίνητες διαδικασίες.
Η αλλαγή κρίνεται αναγκαία λόγω της σημερινής χαοτικής κατάστασης. Σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες συνυπάρχουν διαφορετικοί τρόποι καταγραφής του ωραρίου: ηλεκτρονικά ρολόγια παρουσίας, μικτά συστήματα με ηλεκτρονική και χειρόγραφη καταγραφή, αλλά και καθαρά χειρόγραφες λίστες με υπογραφές. Η πολυδιάσπαση αυτή καθιστά σχεδόν αδύνατο τον κεντρικό έλεγχο, ιδιαίτερα σε οργανισμούς με πολλά κτίρια ή περιφερειακές δομές, όπου η κεντρική διοίκηση συχνά δεν γνωρίζει αν και πώς τηρείται το ωράριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ωράριο καταστρατηγείται, οι υπερωρίες δεν καταγράφονται αξιόπιστα και καταβάλλονται χρήματα για εργασία που δεν ελέγχεται επαρκώς. Πρακτικές όπως η τυπική καταγραφή παρουσίας χωρίς ουσιαστική παραμονή στην εργασία, οι ενδιάμεσες αποχωρήσεις για προσωπικές υποχρεώσεις ή ακόμη και η δήλωση παρουσίας από τρίτο πρόσωπο αποτελούν διαχρονικά προβλήματα που δύσκολα αντιμετωπίζονται με τα σημερινά μέσα.

Όλα αυτά συμβαίνουν παρά το γεγονός ότι στο Δημόσιο ισχύει ευέλικτο ωράριο. Οι υπάλληλοι μπορούν να επιλέξουν ώρα προσέλευσης από τις 7 έως τις 9 το πρωί και αντίστοιχα ώρα αποχώρησης από τις 3 έως τις 5 το απόγευμα, ανάλογα με την ώρα έναρξης. Το πλαίσιο αυτό έχει σχεδιαστεί για να καλύπτει προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, χωρίς να απαιτούνται παρακάμψεις του συστήματος. Με την ψηφιακή κάρτα εργασίας, η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα ενισχυθεί ο επαγγελματισμός στο Δημόσιο, θα υπάρξει πραγματικός έλεγχος παρουσίας και απουσίας και θα διευκολυνθεί η διαχείριση αδειών, υπερωριών και επιδομάτων. Παράλληλα, το μέτρο θεωρείται εργαλείο για καλύτερο προγραμματισμό του έργου των υπηρεσιών και για πιο αξιόπιστη αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους.