Συναντηθήκαμε με την κ. Μάγδα Φύσσα σε ένα καφέ κάτω από την Ακρόπολη, παραμονή της Γιορτής της Μητέρας. Η συζήτησή μας θα μπορούσε να έχει γίνει οπουδήποτε αλλού, σε πιο «προστατευμένο» περιβάλλον, αλλά η κ. Μάγδα δεν έχει κανένα λόγο να κρύβεται. Η δολοφονία του γιου της Παύλου από τον χρυσαυγίτη Ρουπακιά το 2013 στο Κερατσίνι ήταν αυτή που έφερε τη νεοναζιστική οργάνωση ενώπιον της Δικαιοσύνης, με την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, συμπαρασύροντας μαζί και όλες εκείνες τις δολοφονικές επιθέσεις των ταγμάτων εφόδου της οργάνωσης που βρισκόταν κλεισμένες στα συρτάρια αρμοδίων, χωρίς να έχουν βρει τον δρόμο προς τα ποινικά δικαστήρια.

Ξεκινήσαμε την κουβέντα μας από τη δίκη, που στις 20 Απριλίου 2019 συμπλήρωσε 4 χρόνια ακροαματικής διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Η δίκη μπαίνει στην τελική της ευθεία, καθώς μέσα στον Ιούνιο αναμένεται να ξεκινήσουν οι απολογίες των κατηγορουμένων. Πέρασαν 4 χρόνια από την έναρξη της και πεντέμισι χρόνια από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

 

«Έτσι είναι… η δίκη συνεχίζεται κι ενώ στην αρχή φαινόταν πως θα υπάρχει μια μεγάλη κινητικότητα, δυστυχώς σιγά-σιγά μείναμε λίγοι στην αίθουσα», μας λέει η κ. Μάγδα, ενώ αναφέρεται στο θέμα «καθυστέρηση της δίκης».

«Μιλούν για καθυστέρηση της δίκης εκείνοι που έχουν άποψη και εκείνοι που δεν έχουν ιδέα καν, που δεν έχουν ασχοληθεί μ’ αυτή τη δίκη. Η δίκη δεν καθυστερεί τώρα πια. Είχε μια καθυστέρηση μεγάλη στην αρχή, τα διαδικαστικά και τα προνόμια που έχει η υπεράσπιση, που εκμεταλλεύτηκε τα πάντα σε χρόνο. Υπήρξε και η πεντάμηνη αποχή (σ.σ. των δικηγόρων το 2016). Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμία άλλη καθυστέρηση.

Και οι δικηγόροι το λένε, αλλά και εγώ που το ζω, δεν θα μπορούσαν να βγάλουνε περισσότερες δικασίμους τον μήνα, απ’ αυτές που δίνουν τώρα. Το ότι βγαίνει ο καθένας και λέει την άποψή του, ότι καθυστερεί κλπ… λόγια, μόνο λόγια».

Τον προηγούμενο μήνα η δημόσια τηλεόραση έκανε ολοήμερο αφιέρωμα στη δίκη με αφορμή τα 4 χρόνια από την έναρξή της. Και την επόμενη αφιέρωμα στη μαύρη επέτειο της Χούντας των συνταγματαρχών. Ένα αντιφασιστικό διήμερο. Η κ. Μάγδα το έκρινε ως μια πολύ καλή κίνηση «αλλά αυτό που είπα την επόμενη μέρα, ήταν πως δεν πρόκειται να το ξαναζήσουμε…».

– Γιατί το είπατε αυτό, τι σκεφτήκατε;

Γιατί γενικότερα δεν έχει δείξει τέτοια δείγματα, ούτε η ιδιωτική ούτε η δημόσια τηλεόραση να βγάζει στην επιφάνεια τόσο σοβαρά θέματα, που έχουν να κάνουν με την πολιτική της χώρας μας, με το τι έχει περάσει η χώρα, τι σημαίνει φασισμός, όλο αυτό. Πιστεύω ότι ήταν πολύ καλό και για τους ανθρώπους που δεν γνώριζαν, δεν έχουν να πουν πως πλέον δεν γνωρίζουν. Ακόμα και εγώ που είχα γνώση σφαιρική για τα γεγονότα της Χούντας, έμαθα πράγματα που δεν ήξερα. Πόσο μάλλον για ένα κοντινό γεγονός, όπως η δολοφονία του Παύλου και τη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης που είναι ένα γεγονός πολύ πρόσφατο. Μάθανε λοιπόν και είδανε πάρα πολλά.

Σηκώνοντας τον φασισμό στους ώμους της

Υπάρχει μια φράση που έχει πει η κ. Μάγδα σε πρόσφατη συνέντευξή της, η οποία συμπυκνώνει το σύνολο των γεγονότων των τελευταίων πεντέμισι χρόνων, σε ό,τι αφορά τη δίκη και τις εξελίξεις γύρω απ’ αυτήν στην κοινωνία: «Νιώθω σαν να έχω φορτωθεί στους ώμους μου τον φασισμό της χώρας κι εγώ να πρέπει να τον σηκώνω». Η φράση αυτή δεν μοιάζει με παράπονο, όσο και με μια διαπίστωση που θα έπρεπε να μας κάνει να σκεφτούμε λίγο περισσότερο το νόημά της.

«Έτσι ακριβώς νιώθω», μας εξηγεί. «Δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ πως είμαι σύμβολο. Το ξεκαθαρίζω αυτό. Και μάλιστα σύμβολο εν καιρώ ειρήνης. Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο, ώστε να υπάρχουν εκεί τα σύμβολα και οι ήρωες και όλα. Εγώ κάνω αυτό που νιώθω, αυτό που θέλω να κάνω. Ξέροντας ότι ο Παύλος δεν θα γυρίσει πίσω και γνωρίζοντας τις ιδέες του, τις αξίες του, τα ιδανικά του, νομίζω ότι κάνω κάτι πολύ λίγο, μπροστά σε αυτό που θα έκανε εκείνος. Σαφώς και είμαι στη δίκη. Δεν είμαι για τον Παύλο. Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει πίσω… από την άλλη μπορεί και να με πληγώνει το γεγονός, πως ο κόσμος δεν θέλει να καταλάβει, παρ’ όλη την ενημέρωση, αυτό που δεν τους αγγίζει… αυτό μπορεί να με πληγώνει, όχι πως είμαι μόνη στο δικαστήριο. Γράφονται διάφορα, αλλά ο λόγος πρέπει να γίνεται και πράξη, να κινητοποιηθεί ο κόσμος», λέει χαρακτηριστικά.

– Δεν είναι λίγοι αυτοί που σας έχουν πει, πως ξεπέρασαν τον φόβο τους και ήρθαν να παρακολουθήσουν τη δίκη…

Ο φόβος είναι ένα πάρα πολύ δυνατό συναίσθημα. Παραλυτικό. Ότι προσπάθησαν τον πρώτο καιρό οι χρυσαυγίτες, να κάνουν τον κόσμο να φοβηθεί, ειδικά στο Εφετείο και να το καταφέρουν, το κάνανε. Και μόνο που βλέπεις, τον όγκο που έχουν, το ύφος, το παρουσιαστικό τους, έτσι φουσκωμένους κλπ, φοβάσαι.

Το γεγονός πως δεν φοβάμαι εγώ, δεν σημαίνει πως άλλοι δεν θα νιώσουν αυτό το αίσθημα και ειδικά νέα παιδιά. Εμένα δε με νοιάζει τίποτα πια. Όμως ο φόβος είναι και το χειρότερο συναίσθημα που μπορεί να σε καταβάλει… αν δεν τον νικήσεις, θα καταφέρουν αυτοί, αυτό που θέλουν.

«Όμως να γνωρίζουν πως και αυτοί φοβούνται…», μας λέει η κ. Μάγδα Φύσσα και ο τόνος στη φωνή της αλλάζει «και φοβούνται πολύ περισσότερο. Είναι τόσο θρασύδειλοι, μα τόσο θρασύδειλοι! Φυσικά και δεν μπορώ να κρίνω τον κόσμο που φοβάται. Αυτό μας το περνάει όμως και η κοινωνία σιγά-σιγά, μας κάνουν να φοβόμαστε. Από παλιά λέγανε, απ’ τη γενιά τη δική μου “μη μιλάς κοίτα τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι, δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί”».

«Δεν μας περισσεύουν τα παιδιά για να χάνονται έτσι…»

Ο Παύλος δεν φοβήθηκε εκείνο το βράδυ. Είχε μάθει να περπατά ελεύθερος στη γειτονιά του, όπως ο ίδιος είχε πει… και το πλήρωσε με τη ζωή του. Η κ. Μάγδα πιστεύει πως ήταν πάρα πολύ ύπουλο το χτύπημα, «δεν θα τον είχαν εξουδετερώσει, αν δεν είχαν δώσει εντολή στον μαχαιροβγάλτη», λέει και η φωνή της ραγίζει από θυμό. «Έζησε 4 λεπτά μαχαιρωμένος και υπέδειξε τον δολοφόνο του, ο Παύλος έφερε την αλήθεια στο φως. Όλα ήταν προγραμματισμένα να γίνουν διαφορετικά κι αυτό δεν είναι κάτι που λέμε εμείς, αλλά προκύπτει ξεκάθαρα. Ήθελαν να καταφέρει να φύγει ο δολοφόνος και θα ήταν άλλη μια υπόθεση που θα έμπαινε στο συρτάρι ή άντε να έφτανε μέχρι το τμήμα Κερατσινίου», καταλήγει.

Η συζήτηση επιστρέφει στη δίκη των δολοφόνων του Σαχζάτ Λουκμάν που πρόσφατα εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών. Τα ισόβια «έσπασαν» για τους δολοφόνους, το ρατσιστικό κίνητρο παρέμεινε και η Μάγδα Φύσσα στάθηκε δίπλα στον πατέρα που αναίτια δολοφόνησαν το παιδί του, καταλαβαίνοντάς τον καλύτερα από κάθε άλλον.

«Δυο νέα παιδιά χάθηκαν… δεν μας περισσεύουν τα παιδιά για να χάνονται έτσι… δεν μας περισσεύουν! Έχει καμία σημασία πως δεν ήταν Έλληνας; Ήταν πολίτης αυτού του κόσμου. Ήρθε εδώ για να παλέψει για μια καλύτερη ζωή κι έχασε τη ζωή του, γιατί εκείνο το βράδυ δυο αποβράσματα της κοινωνίας βγήκαν για να σκοτώσουν! Και η απόφαση ήταν να σπάσουν τα ισόβια. Γιατί; Γιατί δείξανε έντιμο βίο μέσα στη φυλακή… έχοντας διαπράξει μια δολοφονία. Έμεινε το ρατσιστικό κίνητρο. Αυτό κερδήθηκε… “κερδήθηκε” τι λέμε τώρα ε; Κερδίσαμε τι; Το αυτονόητο! Όχι, δεν με ικανοποίησε η απόφαση… είναι δολοφόνοι, να μείνουν στη φυλακή, γιατί να σπάσουν τα ισόβια;

Ο απλός κόσμος πώς μπορεί να κατανοήσει αυτή τη δικονομία; Πώς μπορεί να την καταλάβει; Για ποια δικαιοσύνη μιλάμε; Πού έχει δυο μέτρα και δυο σταθμά; Όπου δηλαδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο νόμος, χρησιμοποιείται, κι ας έχουν διαπράξει φόνο, όπου δεν θέλουν δεν χρησιμοποιείται κι ας μην υπάρχει φόνος; Και δεν μιλώ για άδειες και τέτοια… για το σπάσιμο των ισοβίων λέω».

Η συζήτηση ξαναγυρνά σ’ εκείνο το βράδυ που το νήμα της ζωής του γιου της κόπηκε από το χρυσαυγίτικο μαχαίρι. Η αστυνομία είχε φτάσει, όμως δεν σταμάτησε το φονικό. «Εκείνο το βράδυ βγήκε ένα τάγμα εφόδου για να σκοτώσει και ήταν 8 άτομα μπροστά και δεν έκαναν τίποτα», λέει η κ. Μάγδα. «Δεν χρειαζόταν ούτε όπλο να βγάλουν», λέει χαρακτηριστικά, «έναν κλοιό δεν μπορούσαν να κάνουν να περάσουν τα παιδιά, να πάνε σπίτι τους; Άρα, με ποιους ήταν εκείνο το βράδυ οι αστυνομικοί;», αναρωτιέται. Στις καταθέσεις των αστυνομικών στη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης, το ίδιο αναρωτήθηκε και η έδρα του δικαστηρίου.

Τη μέρα της απόφασης για τη δολοφονία του Λουκμάν βγήκε μπροστά όταν οι αστυνομικοί θέλησαν να καταστείλουν εκείνους που διαμαρτύρονταν.

«Δεν θέλω να τους βλέπω …και τους το είπα» λέει η κ. Μάγδα για τους αστυνομικούς. «Όχι πως δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις όμως. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον αστυνομικό που με προστάτεψε και από τους συναδέλφους του και από τους χρυσαυγίτες μέσα στο Εφετείο. Και όχι μόνον αυτόν…είναι κι άλλα παιδιά τα οποία κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν. Και άλλοι που κάνουν κατάχρηση εξουσίας. Ο αστυνομικός μάρτυρας στην δίκη που πέρναγε τυχαία από το σημείο της δολοφονίας του Παύλου και μάζεψε τον δολοφόνο, έχει φύγει από την χώρα γιατί δεν άντεξε όλο αυτό. Δεχόταν απειλές κι αυτός και η οικογένειά του» μας αποκαλύπτει η κ. Μάγδα.

Οι απολογίες των κατηγορουμένων στη δίκη ξεκινούν τις επόμενες μέρες. Κάτι που η μητέρα του Παύλου θα αντιμετωπίσει μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Κάθε κατάθεση μαρτύρων υπεράσπισης, κάθε αναφορά στην δολοφονία είναι μια επίπονη διαδικασία που η κ. Μάγδα πρέπει να αντιμετωπίσει. «Είναι πολύ δύσκολο κομμάτι αυτό, πάρα πολύ δύσκολο για μένα για την οικογένεια όλη» μας λέει και η έκφραση στο πρόσωπό της σκληραίνει. Μένει σκεφτική για λίγο και συμπληρώνει: «Θα δούμε… μήπως ξέραμε πως θα φτάναμε μέχρι εδώ; Θα δούμε…», λέει κοιτάζοντας τον κόσμο που απολαμβάνει την ηλιόλουστη μέρα κάτω από την Ακρόπολη.

«Θα πάνε μέσα»

«Τα στοιχεία που έχουν προκύψει είναι πάρα πολλά… πάρα πολλά…», αναφέρει σχετικά με την πορεία της δίκης. «Η αίσθησή μου είναι αυτή που είχα από την αρχή: Ότι θα πάνε μέσα. Μέρα τη μέρα το βλέπουμε… νομίζω πως δεν χρειάζονται πια άλλα στοιχεία για να αποδειχθεί πως είναι εγκληματική οργάνωση και ότι ευθύνονται από τον αρχηγό μέχρι τον τελευταίο», μας λέει και αν υπάρχει κάτι που τη στεναχωρεί είναι «που δεν είναι μέσα στη δικογραφία όλοι οι κατηγορούμενοι. Από τη δολοφονία του Παύλου είναι 18 τα άτομα και το τάγμα εφόδου ήταν 40, μην ήταν και παραπάνω. Αυτό με πονάει περισσότερο. Που δεν είναι όλοι. Μέχρι που ξεκίνησε το δικαστήριο δεν ήξερα καν ποιοι είναι. Κι όταν βγήκε το βούλευμα τότε άρχισα ν’ αναγνωρίζω πρόσωπα…».

– Ήταν δηλαδή πρόσωπα γνωστά, γείτονες;

Δύο τους ήξερα… τον ένα πάρα πολύ καλά. Τα πρόσωπά τους δεν τα ξέρει ο κόσμος, δεν έχουν βγει όπως οι άλλοι στην τηλεόραση. Και προκλητικά κυκλοφορούσαν με την παραλλαγή και όλα αυτά.

Τώρα μαζεύτηκαν. Μετά τη δολοφονία του Παύλου υπήρχαν άτομα που έμπαιναν 18 μήνες μέσα στο σπίτι μας. Οι θείοι του Σαντοριναίου για παράδειγμα. Μέχρι που ήρθε το βούλευμα στα χέρια μας και είδαμε το όνομα. Και ρωτήσαμε, “το γνωρίζατε;”. Η απάντηση ήταν “ναι”… και είχαν το θράσος να μπαίνουν στο σπίτι μας, να μας παρηγορούν! Είπα τότε στη θεία του, που είχα πιο πολύ σχέση μαζί της: “Επέτρεψες σ’ αυτή τη μάνα να μ’ ακουμπήσει, να με παρηγορήσει;”. Μας είπε, πως δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτούς ο ανιψιός της, δεν ευθύνεται και δεν το λένε παραέξω για να μην το κάψουνε το παιδί. Αυτοί που κάψανε το δικό μου σπίτι. Και καθόμουν εγώ να είμαι υπομονετική μαζί τους…που έρχονται και θέλουν να μου συμπαρασταθούν, να μην είμαι κάπως… τελικά όπως το έλεγε ο Παύλος σ’ ένα τραγούδι γίνεται “Κάποιες φορές οι φίλοι γίνονται φίδια και σου παίζουν πίσω απ’ την πλάτη τους περίεργα παιγνίδια” ακριβώς αυτό. Τα τραγούδια του ήταν προφητικά.

Ρωτάμε την κ. Μάγδα αν θεωρεί πως οι κατηγορούμενοι για την οργάνωση ΧΑ θα έπρεπε να έχουν παραπεμφθεί με τον νόμο περί τρομοκρατίας: «Γιατί, τι είναι, σε τι διαφέρει;», μας απαντά. «Όταν τους δεις στο δρόμο, δεν τρομοκρατείσαι; Δεν τρομοκρατούν τον κόσμο; Έχω δει μοτοπορεία πριν τη δολοφονία του γιου μου στην οδό που τώρα λέγεται “Παύλου Φύσσα” κι είχαν βιδωθεί τα πόδια μου στο έδαφος. Έβλεπα την εικόνα που είχαν δει οι δικοί μου, τους Γερμανούς ναζί να παρελαύνουν μέσα στην πόλη. Αυτό δεν μπορώ να καταλάβω, ποια η διαφορά τους με μια τρομοκρατική οργάνωση;».

Η ίδια πιστεύει πως δεν έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο που η αντιμετωπίζει η κοινωνία τη νεοναζιστική οργάνωση μετά τα γεγονότα και τη δίκη. «Λίγα πράγματα», μας τονίζει, «στέκονται μόνο στη δολοφονία, δεν στέκονται στα υπόλοιπα».

Να βρίσκει άραγε ο κόσμος τρόπους για να δικαιολογήσει τα γεγονότα με τη μέθοδο των ίσων αποστάσεων, ώστε να μην πάρει θέση; Για παράδειγμα «Ε, κι αυτός προκαλούσε με τα τραγούδια του» είναι κάτι που το έχουμε ακούσει. Η κ. Μάγδα δεν «μασάει» τα λόγια της: «Αυτό σίγουρα το έχουν σκεφτεί, είναι προφανές, σε μένα δεν τολμούν να το πούνε», μας λέει. «Αν και κάνεις τη δουλειά τους, αυτό που θα πρέπει να κάνουν εκείνοι,  όπως και ο Παύλος αυτό έκανε, δεν έχουν καταλάβει ακριβώς παρ’ όλη την ενημέρωση τι είναι η Χρυσή Αυγή. Μένουν σ’ αυτό που λέγαμε πριν στο “μην ανακατεύεσαι”. Σίγουρα κάποιοι έχουν καταλάβει, άλλοι όχι. Αλλά όχι όλο το μέγεθος. Συνεχίζουν να με ρωτάνε τα ίδια και τα ίδια “Γιατί καθυστερεί η δίκη”, “γιατί αυτός είναι έξω” γιατί… γιατί… κι εγώ πρέπει να απαντώ».

Για τον Ρουπακιά και τη μέρα της απόφασης

Ο καθ’ ομολογία δολοφόνος του γιου της, Γιώργος Ρουπακιάς, από τη στιγμή που συμπλήρωσε το όριο προφυλάκισής του, βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. «Ένα πικρό κομμάτι για τους γονείς. Ομολόγησε… γιατί δεν παραμένει μέσα;», μας λέει. «Υπάρχει περίπτωση να αλλάξει κάτι; Να είναι άλλος ο δολοφόνος; Όχι… τότε γιατί είναι σπίτι του; Αυτό είναι ένα ερώτημα που τρώει τους γονείς… γιατί να είναι έτσι η δικονομία… αυτά τραβάνε όσοι έχουν τέτοιες υποθέσεις».

Όσο για τη μέρα της απόφασης του δικαστηρίου μας λέει πως δεν θέλει να τη φανταστεί: «Μέρα τη μέρα…», μας λέει και η διάθεσή της αλλάζει «θα δούμε… είναι ένα κομμάτι που έχουμε μπροστά μας… θα δούμε. Παλεύω το πώς θα το διαχειριστώ», καταλήγει.

Ευχαριστήσαμε την κ. Μάγδα Φύσσα γι’ αυτή μας την κουβέντα. Ξένοι επισκέπτες είχαν ήδη ξεκινήσει να γεμίζουν τον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης και η πλατεία έσφυζε από ζωή.

«Κυρία Μάγδα, πώς νιώθετε;» μου βγήκε αυθόρμητα η ερώτηση, ενώ κατηφορίζαμε προς την πλατεία, μην τολμώντας να ρωτήσω αυτό που σκεφτόμουν, πώς καταφέρνει να είναι τόσο δυνατή μετά απ’ όσα της συνέβησαν, με όλα όσα βρίσκονται σε εξέλιξη.

Ωστόσο η κ. Μάγδα, με τον μοναδικό τρόπο της μάνας απάντησε στη σκέψη μου, όχι στο ερώτημά μου: «Έχω εισπράξει πολλή αγάπη και πολύ μίσος… αλλά η αγάπη είναι πιο δυνατή».