Η εισαγγελική λειτουργός στην αγόρευση της εισηγήθηκε την καταδίκη των δυο κατηγορουμένων, που βρέθηκαν στο εδώλιο μετά τις μηνύσεις που κατέθεσαν σε βάρος του τα πολιτικά πρόσωπα που με τις μαρτυρίες τους έβαλαν στο «κάδρο», για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης όπως και πρωτοδίκως με εξαίρεση δυο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης.

Η πρώτη αφορά κατάθεση σε βάρος του Ανδρέα Λοβέρδου και η δεύτερη τις αναφορές για τον Μάριο Σαλμά. «Για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης του 2017 που αφορά στον κ. Λοβέρδο η δίωξη έχει παύσει ήδη λόγω παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για τον κ. Σαλμά καθώς σήμερα λαμβάνει χώρα η παραγραφή και του συγκεκριμένου αδικήματος», τόνισε η εισαγγελέας.

Στην αγόρευσή της η εισαγγελέας αμφισβήτησε πως οι καταθέσεις των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων είχαν ως «πηγή» τα λόγια του άλλοτε ισχυρού άνδρα της Novartis, Κ.Φρουζή. «Δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αφορά σε χρηματισμό πολιτικού προσώπου και αυτό είναι αξιοπερίεργο. Εάν ο κ. Φρουζής είχε τόσο εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη για ποιο λόγο δεν υπάρχει ένα αποδεικτικό στοιχείο για όσα εκείνη κατέθεσε…Η κατηγορούμενη μίλησε για μεθόδευση και για πληρωμές αλλά είναι αξιοπερίεργο ότι καταθέτει τα όσα καταθέτει χωρίς να προσκομίζει ούτε ένα στοιχείο» είπε. Αν και η εισαγγελεας αναφερόμενη στον

Κ. Φρουζή έκανε λόγο για « μια σκοτεινή προσωπικότητα» εν τούτοις της έδωσε την εντύπωση ότι ενώπιον του δικαστηρίου , όπως ανέφερε, ήταν «πιο μαζεμένος από τις περιγραφές». «Έχει περιγραφεί ως άφιλος, φιλόδοξος και ειπώθηκε ότι δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος. Είναι αξιοπερίεργο το πώς άνοιγε εύκολα το στόμα του…» σημείωσε.

Σύμφωνα με την εισαγγελική λειτουργό «το στοιχείο που ενώνει τις καταθέσεις των δυο κατηγορουμένων για τα πολιτικά πρόσωπα είναι το πρόσωπο του Φρουζή», ο οποίος ανέφερε στη δίκη πως «ως αντιπρόεδρος της εταιρίας Novartis, και μέσω και της προεδρίας στο ΣΦΕΕ συνομιλούσε με πολιτικά πρόσωπα». Έτσι, «τα πολιτικά πρόσωπα δεν μπορούσαν να του αρνηθούν συνάντηση, ήταν ένας άνθρωπος που άλλαζε καπέλα. Προωθούσε τα συμφέροντα της εταιρίας που δούλευε εκμεταλλευόμενος και τη θέση του στο ΣΦΕΕ. Η χώρα, όπως κατατέθηκε εδώ, ήταν ο παράδεισος του φαρμάκου. Ο Φρουζής προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και δεδομένης της δύσκολης περιόδου που βίωνε η χώρα και υπήρχε ανάγκη για συνομιλία με ανθρώπους της αγοράς. Πάντως τίποτα δεν διασφαλίζει ότι αυτά που έλεγε ο Φρουζής, ο οποίος έφυγε από την εταιρία λόγω οικονομικών ατασθαλιών, ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα» υπογράμμισε.

Αναφερόμενη δε στη «βράβευση» της κατηγορούμενης στις ΗΠΑ όπου «κρίθηκαν αξιόπιστες οι καταθέσεις της» τόνισε πως η διαφορά είναι ότι εκεί ήταν αστική η διαδικασία ενώ εδώ ποινική.

«Είπε η κατηγορούμενη ότι στις ΗΠΑ κρίθηκε αξιόπιστη, εδώ όχι. Να πω ότι είναι διαφορετικές οι διαδικασίες σε ΗΠΑ και Ελλάδα. Το αμερικανικό δίκαιο προβλέπει ένα διακανονισμό για εταιρείες κολοσσούς και δεν υπάρχει αντίστοιχη διαδικασία εδώ. Εκεί η εταιρεία καλείται, δίνει στοιχεία και γίνεται ένας συμβιβασμός, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναφέρεται καν σε δωροδοκίες πολιτικών προσώπων. Είναι μια διαδικασία αστική δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο στο ελληνικό δίκιο. Συμπεραίνω ότι οι καταθέσεις που βραβεύτηκαν στις ΗΠΑ δεν είναι ίδιου τύπου με αυτές που δόθηκαν στην εισαγγελία Διαφθοράς. Πως είναι δυνατόν να μη το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι αυτό; Μας είπαν ότι ήταν όσα κατέθεσαν είναι διηγήσεις από τον Φρουζή, ένα πρόσωπο που μας το περιέγραψαν όμως ως μειωμένης αξιοπιστίας», είπε η εισαγγελέας και συνέχισε: «Όλα αυτά πριν τα καταθέσουν οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ίδιους. Είναι αυτονόητο ότι αυτά που είπαν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διώξεις σε βάρος πολιτικών προσώπων. Δεν μπορεί κάποιος να πηγαίνει ελαφρά τη καρδία να κάνει τέτοια κατάθεση και να λέει ότι «εγώ κατέθεσα αυτά που είδα», όχι κατέθεσες αυτά που συνήγαγες».

Σύμφωνα με την εισαγγελέα, «προχειρότητα και βιασύνη» δείχνει η κατάθεση και του κατηγορούμενου Φ. Δεστεμπασίδη για τον οποίο ανέφερε : «Κατέθεσε ότι έκανε υπολογισμούς με το μυαλό του ότι τόσα πήρε ο ένας τόσο πήρε ο άλλος. Αυτό δεν είναι ομολογία ψευδούς κατάθεσης; Κατηγορείς κάποιον χωρίς τα αντίστοιχα αποδεικτικά μέσα; Ακούστηκαν και ισχυρισμοί ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεπαρκής αλλά σε καμία χώρα δε θα μπορούσα να στηριχθεί δίωξη με αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Βλέπουμε μια προχειρότητα και μια βιασύνη που δεν αρμόζει στο επίπεδο των κατηγορουμένων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Δεστεμπασίδη ότι ήταν διηγηματικού τύπου οι καταθέσεις του».

Η εισαγγελική λειτουργός έστρεψε τα βέλη της και σε βάρος των συναδέλφων της στην Εισαγγελία Διαφθοράς αλλά και μερίδας του Τύπου που ως «κοράκια» προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την υπόθεση και « με πηχυαίους τίτλους έγραφαν τους πιάσαμε». «Ο τρόπος που ελήφθησαν αυτές οι καταθέσεις είναι λίγο περίεργος, όλοι όσοι τις υπογράφουν έχουν την ευθύνη. Φαίνεται ότι ασκήθηκε πίεση στους εισαγγελείς για να διεκπεραιώσουν αυτή τη δικογραφία. Θεωρώ, όμως, ότι μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν όσοι εκμεταλλεύτηκαν τις καταθέσεις των μαρτύρων που σαν κοράκια πέσανε πάνω στην υπόθεση και με πηχυαίους τίτλους γράφανε «τους πιάσαμε». Πώς είναι δυνατόν να είσαι μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος και να μην είσαι προσεκτικός με αυτά που καταθέτεις;» είπε μεταξύ άλλων η εισαγγελέας και συμπλήρωσε : «Εδώ ήταν πίσω η δικαστική έρευνα και πολύ μπροστά η δημοσιοποίηση στοιχείων. Επλήγη από τη συγκεκριμένη υπόθεση το κύρος και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης».