Οι προκλήσεις της Τουρκίας, μέσω της επιστολής της προς τον ΟΗΕ που κατηγορεί Ελλάδα, Κύπρο και Αίγυπτο ότι παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας καθώς και τη «μονομερώς» οριοθετημένη ΑΟΖ της στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», ασφαλώς δεν είναι καινούργιες. Δείχνουν, όμως, σε αυτή τη συγκυρία, τη νευρικότητα που υπάρχει στη γειτονική μας χώρα από τις ενεργειακές συμφωνίες και την παρουσία αμερικανικού κολοσσού Chevron νότια της Κρήτης.
Η επιστολή αυτή αποτελεί επί της ουσίας μια συνέχεια μιας μεθοδικής προσπάθειας διαμόρφωσης ενός θεωρητικού μοντέλου επί του οποίου στηρίζει τις διεκδικήσεις της στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου, με αποκορύφωμα το νομικά έωλο τουρκολιβυκό μνημόνιο που υπέγραψε με την Τρίπολη. Η Άγκυρα, όσο και αν κατά καιρούς διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Αθήνα, πάντα βρίσκει αφορμές για να επιστρέφει στο Αιγαίο με αιχμή του δόρατος το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα νέο ξεχωριστό επεισόδιο στο πολυτάραχο σίριαλ των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ούτε για ένα θέμα απομονωμένο από τη συνολική στρατηγική θεώρησή της.
Από την εποχή των Ιμίων και έπειτα -για να μην πάμε πολύ πιο πίσω- πρωταγωνιστικό ρόλο στην τουρκική στρατηγική στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών διαδραμάτισε ο αντιναύαρχος, Τζιχάτ Γιαϊτζί.
Ο επιτελάρχης του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού είχε αναλάβει να εξειδικεύσει περαιτέρω το αφήγημα της Γαλάζιας Πατρίδας που πρώτος διατύπωσε ο ναύαρχος ε.α., Τζεμ Γκουρντενίζ. Η συγκεκριμένη θεωρία επικράτησε έκτοτε στο διπλωματικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας, αλλά και στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο Γιαϊτζί είχε αρχικά εκδώσει ένα εγχειρίδιο με τίτλο «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με Ερωτήσεις και Απαντήσεις» στο οποίο είχε πρωτοδιατυπώσει τις θέσεις του για τους τρόπους με τους οποίους η Άγκυρα θα μπορούσε να αποκτήσει ξεκάθαρο αποτύπωμα στη θαλάσσια περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτό έθεσε τις βάσεις για το μνημόνιο συναντίληψης με τη Λιβύη, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να ανακαλύψει αντικείμενες ακτές μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, αγνοώντας πλήρως την Κύπρο.
Λίγα χρόνια αργότερα, προχώρησε στην έκδοση ενός δεύτερου βιβλίου με τίτλο «Ελληνικές Απαιτήσεις Προβλήματα του Αιγαίου Ερωτήσεις και Απαντήσεις». Το συγκεκριμένο βιβλίο αριθμούσε περισσότερες από 200 σελίδες και κυκλοφόρησε αρχικά σε 25.000 αντίτυπα. Εκδότης ήταν το Ανώτατο Ίδρυμα Πολιτισμού Γλώσσας και Ιστορίας Ατατούρκ.

Ο συγγραφέας απαριθμούσε, λοιπόν, 23 νησιά που σύμφωνα με τον ίδιο φέρουν μη στρατιωτικό καθεστώς. Πρόκειται για τη Θάσο, τον Άγιο Ευστράτιο, τα Ψαρά, τα Αντίψαρα, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, τη Λέσβο, τη Χίο, την Ικαρία, τη Σάμο, την Αστυπάλαια, τη Ρόδο, τη Χάλκη, την Κάρπαθο, την Κάσο, τη Νίσυρο, την Κάλυμνο, τη Λέρο, την Πάτμο, τους Λειψούς, τη Σύμη, την Κω.
Διπλωματικές πηγές απάντησαν στην τελευταία επιστολή της Τουρκίας, η οποία στο πνεύμα της δεν διαφέρει από τα πονήματα του Τούρκου ναυάρχου.
Όμως η Ελλάδα σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς έχει μια ισχυρή απάντηση που δεν είναι άλλη από τη Συνθήκη της Λωζάννης, που προβλέπει στο άρθρο 4 την ολική αποστρατιωτικοποίηση της Λήμνου και της Σαμοθράκης στην Ελλάδα, της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών νήσων στην Τουρκία, καθώς επίσης τη μερική αποστρατιωτικοποίηση της Λέσβου, της Ικαρίας, της Σάμου και της Χίου σύμφωνα με το άρθρο 13.
Σε ό,τι αφορά τα Δωδεκάνησα, το άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων ορίζει ότι τα νησιά αυτά θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα. Στο σημείο αυτό τα επιχειρήματα της Τουρκίας είναι αδύναμα, καθώς δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της συνθήκης. Σε σχέση όμως με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει την απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων της 13ης Φεβρουαρίου 1914. Με αυτή, η Ελλάδα διατηρεί υπό την κυριαρχία της όλα τα νησιά του Αιγαίου πλην Ίμβρου και Τενέδου. Καλείται δε να προσφέρει εγγυήσεις στην Τουρκία ότι τα νησιά δεν θα οχυρωθούν ή χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς. Η Άγκυρα θεωρεί ότι με την απόφαση της Συνθήκης της Λωζάννης όλα τα νησιά πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Υποστηρίζει ότι η ισχύς της υπερβαίνει τη Συνθήκη της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 12 αναφέρεται ρητά στο ζήτημα της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών, ενώ είναι το άρθρο 13 που ορίζει ποια νησιά θα είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Η Άγκυρα ερμηνεύει, τέλος, περιοριστικά τη Σύμβαση του Μοντρέ 1936, εξαιρώντας τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη από τον επανεξοπλισμό της ζώνης των Στενών στην οποία αυτά ανήκουν.