Εντείνεται η οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς για την πλειονότητά τους, το εισόδημα εξαντλείται πολύ πριν ολοκληρωθεί ο μήνας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι τα χρήματά τους επαρκούν κατά μέσο όρο μόνο για 18 ημέρες τον μήνα, με το πρόβλημα να μην περιορίζεται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά να επεκτείνεται ξεκάθαρα και στη μεσαία τάξη.

Σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, το οικογενειακό πορτοφόλι αδειάζει ταχύτερα, καθώς οι απώλειες που υπέστησαν τα εισοδήματα την περίοδο της οικονομικής κρίσης δεν έχουν καλυφθεί. Αποτέλεσμα αυτού είναι η συνέχιση της μετανάστευσης Ελλήνων στο εξωτερικό προκειμένου να βρουν μια καλύτερη τύχη, φαινόμενο που παρατηρήθηκε αρκετά έντονα κατά τη διάρκεια της περιόδου των μνημονίων αλλά απ’ ό,τι φαίνεται συνεχίζει να μας επηρεάζει έως και σήμερα.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται με σαφήνεια στην ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών, η οποία καταγράφει τη δυσμενέστερη εικόνα των τελευταίων ετών. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το μηνιαίο του εισόδημα δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρου του μήνα. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ποτέ στη συγκεκριμένη έρευνα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι οικονομικές αντοχές των πολιτών εξαντλούνται.

Διαβάστε εδώ ολόκληρη την έρευνα

Για τα περισσότερα νοικοκυριά το εισόδημα επαρκεί κατά μέσο όρο για μόλις 18 ημέρες, αφήνοντας σχεδόν ακάλυπτες τις τελευταίες δύο εβδομάδες του μήνα. Ακόμη όμως και στο σύνολο των νοικοκυριών, ανεξαρτήτως εισοδηματικού επιπέδου, το μηνιαίο εισόδημα φτάνει μεσοσταθμικά για περίπου 23 ημέρες, στοιχείο που δείχνει ότι η οικονομική πίεση είναι πλέον γενικευμένη.

Η επιδείνωση είναι εμφανής και σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Στην έρευνα που αφορούσε το 2024, το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωνε ότι δεν βγάζει τον μήνα ανερχόταν στο 60%, ενώ το εισόδημα επαρκούσε τότε κατά μέσο όρο για 19 ημέρες. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή αριθμητικά, αποτυπώνει όμως τη σταθερή και συνεχή φθορά του διαθέσιμου εισοδήματος.

Οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με βάση τις τρέχουσες εξελίξεις. Παρότι ο πληθωρισμός εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης και οι μισθοί έχουν αυξηθεί, οι πιέσεις της ακρίβειας λειτουργούν σωρευτικά. Οι απώλειες που υπέστησαν τα εισοδήματα κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης δεν έχουν αναπληρωθεί, με αποτέλεσμα κάθε νέα επιβάρυνση στο κόστος ζωής να βρίσκει τα νοικοκυριά με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης.

Το κλίμα αυτό αντανακλάται και στη διάθεση των καταναλωτών. Τον Ιανουάριο, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα υποχώρησε στις -50,3 μονάδες, από -47 μονάδες τον Δεκέμβριο. Οι προβλέψεις των νοικοκυριών για τη δική τους οικονομική κατάσταση, αλλά και για την πορεία της οικονομίας συνολικά, επιδεινώνονται, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η πρόθεση για μεγάλες αγορές, καθώς η αβεβαιότητα οδηγεί σε μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, τα νοικοκυριά προχωρούν σε εκτεταμένες περικοπές δαπανών προκειμένου να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Το 39,3% δηλώνει ότι περιορίζει τις εξόδους και τη διασκέδαση, το 35,2% μειώνει τις αγορές ρούχων και παπουτσιών, ενώ το 34,6% περιορίζει τις ημέρες διακοπών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι περικοπές επεκτείνονται και σε κρίσιμους τομείς, καθώς το 10,2% των νοικοκυριών μειώνει δαπάνες για την υγεία, το 10,1% περιορίζει έξοδα που αφορούν την ασφάλιση και τη συντήρηση του αυτοκινήτου και το 8,5% δηλώνει ότι περικόπτει δαπάνες για την εκπαίδευση.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι για άλλη μια χρονιά, περισσότεροι από 1 στους 3 (36,4%) καθυστέρησαν επίσκεψη σε γιατρό, τη λήψη ιατρικής φροντίδας ή την περίθαλψη λόγω οικονομικής στενότητας. Για τον ίδιο λόγο, το 23,2% καθυστέρησε την πληρωμή ρεύματος, το 20,2% την πληρωμή θέρμανσης και το 9,5% την πληρωμή φροντιστηρίων, εκπαίδευσης ή βρεφονηπιακού σταθμού για παιδιά.

Συγκριτικά με τον Ιανουάριο του 2025, όλες οι καθυστερήσεις πληρωμών μειώνονται, πλην της οριακής αύξησης κατά 0,3% της επίσκεψης σε γιατρό: ρεύματος από 28,2% σε 23,2%, θέρμανσης από 22,8% σε 20,2% και φροντιστηρίου εκπαίδευσης από 10,5% σε 9,5%.

Για ένα μέρος της κοινωνίας, η οικονομική πίεση οδηγεί σε πιο δραστικές επιλογές. Σύμφωνα με την έρευνα, το 10,9% των νοικοκυριών αναφέρει ότι τουλάχιστον ένα μέλος του έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό για εργασία την τελευταία πενταετία, στοιχείο που δείχνει ότι η φυγή στο εξωτερικό παραμένει ενεργή στρατηγική επιβίωσης. Την ίδια στιγμή, η επιστροφή όσων είχαν φύγει στο παρελθόν παραμένει περιορισμένη, καθώς μόλις το 6,6% των νοικοκυριών δηλώνει ότι κάποιο μέλος που είχε μεταναστεύσει επέστρεψε στην Ελλάδα για να εργαστεί την ίδια περίοδο.

Όπως σημειώνεται συμπερασματικά στην έρευνα, «οι πιέσεις στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών επιμένουν και μάλιστα, παρά τις προφανείς ανισότητες, τείνουν να επηρεάσουν όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, αγγίζοντας πλέον και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Σε αυτό το πλαίσιο και με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η κοινωνική πλειοψηφία υποστηρίζει ολοένα και περισσότερο λύσεις δομικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, θεωρώντας πιο αποτελεσματικά μέτρα την αύξηση των μισθών, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τον έλεγχο των τιμών έναντι αποσπασματικών παρεμβάσεων όπως τα επιδόματα ή το καλάθι του νοικοκυριού. Αυτό υπογραμμίζει ότι, πέρα από τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων, απαιτούνται πολιτικές που να ενισχύουν συνολικά τα εισοδήματα και να διαμορφώνουν συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και αξιοπρεπούς διαβίωσης για το σύνολο του πληθυσμού».