Η εμπορική σχέση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία περνά σε νέα φάση, μετά την ολοκλήρωση του «European Union-India Free Trade Agreement», ύστερα από 20 χρόνια διαπραγματεύσεων. Η συμφωνία, που περιγράφεται ως μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, διευρύνει το πεδίο συνεργασίας ΕΕ–Ινδίας και έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι συναλλαγές τους κινούνται με ετήσια ανάπτυξη 8,2%.

Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς είχε από το 2023 αναδείξει ως στρατηγική προτεραιότητα τη θαλάσσια διασύνδεση της Ινδίας με το λιμάνι του Πειραιά, στο πλαίσιο της τάσης για τον σχεδιαζόμενο Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC).

Η κλίμακα της συμφωνίας

Η συμφωνία καλύπτει αγορά περίπου 2 δισ. ανθρώπων, που αντιπροσωπεύει περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και άνω του 30% του παγκόσμιου εμπορίου.

Οι μειώσεις δασμών εκτιμάται ότι μπορούν να διπλασιάσουν τις εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία έως το 2032, οδηγώντας σε εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως σε δασμούς για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Προβλέπεται μείωση δασμών στο 96,6% των αγαθών που εξάγει η ΕΕ προς την Ινδία μέσα στα επόμενα 5-7 χρόνια, ενώ η ΕΕ θα μειώσει τους δασμούς σε περίπου 99% των προϊόντων που εισάγει από την Ινδία.

Οι βασικές δασμολογικές αλλαγές

Στο πεδίο των προϊόντων, η προοπτική φθηνότερης πρόσβασης αφορά κατηγορίες όπως μηχανήματα, αυτοκίνητα, χημικά, φάρμακα, υφάσματα και δέρματα.

Ενδεικτικά, οι δασμοί στα 250.000 ευρωπαϊκά αυτοκίνητα που εισάγονται ετησίως στην Ινδία προβλέπεται να πέσουν στο 10% από 110%. Τα κρασιά και τα αλκοολούχα ποτά θα έχουν σταδιακά χαμηλότερους δασμούς, ενώ προβλέπονται διευκολύνσεις για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και προστασία επενδύσεων.

Ελλάδα, Πειραιάς και εφοδιαστική αλυσίδα

Η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει σε αυτή τη φάση εμπορικής συνεργασίας αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση και το δυναμικό των λιμενικών της υποδομών προς όφελος της εγχώριας οικονομίας, με προοπτική περαιτέρω οικονομικής ανάπτυξης, καινοτομίας και επενδύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό λιμενικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ως κομβικό σημείο γεωγραφικής διασύνδεσης, σε συνέργεια με τη ναυτιλία και τα logistics, σε ένα περιβάλλον που περιγράφεται ως ώριμο και αξιόπιστο για συνεργασίες με Ινδικές επιχειρήσεις.

Διμερείς σχέσεις και στόχοι έως το 2030

Ελλάδα και Ινδία έχουν ενισχύσει τις διμερείς τους σχέσεις με υψηλό επίπεδο πολιτικής εμπιστοσύνης και εκατέρωθεν επίσκεψη ηγετών, με στόχο τον διπλασιασμό του εμπορίου έως το 2030, μαζί με μεγαλύτερη συνεργασία σε επενδύσεις και υποδομές.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το διμερές εμπόριο έχει αυξηθεί σε περίπου 1,95 δισ. δολάρια και προβλέπεται να συνεχίσει να ενισχύεται, με στόχο να φτάσει τα 5 δισ. δολάρια μέχρι το 2030 στις συνολικές εμπορικές συναλλαγές σε αγαθά και υπηρεσίες, εφόσον ενισχυθούν οι σχέσεις και οι συμφωνίες.

Από την ινδική πλευρά, η Ελλάδα θεωρείται σημαντική πύλη προς την ΕΕ, ειδικά με έργα υποδομών σε αεροπορικά και σιδηροδρομικά δίκτυα και με αυξημένο ενδιαφέρον για επενδύσεις σε ελληνικά λιμάνια που εκτιμάται ότι μπορούν να επηρεάσουν θετικά τις εμπορικές ροές.

Οι ροές προϊόντων και η ασυμμετρία στο ισοζύγιο

Τα κύρια προϊόντα που εισάγει η Ελλάδα από την Ινδία περιλαμβάνουν φαρμακευτικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, μηχανήματα και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, χημικά και πλαστικά, ρύζι και μπαχαρικά.

Οι εξαγωγές της Ελλάδας προς την Ινδία περιλαμβάνουν αλουμίνιο, ορυκτά, άλατα, χημικές ύλες, χαλκό, φρούτα, μάρμαρα και δομικά υλικά. Το διμερές εμπόριο χαρακτηρίζεται από έντονη ασυμμετρία με αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για την Ελλάδα, ωστόσο καταγράφεται περιθώριο ενίσχυσης των ελληνικών εξαγωγών, ιδίως σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, καθώς η συμφωνία ανοίγει πρόσθετες ευκαιρίες στην Ινδική αγορά. Παρά το μικρό μέγεθος των ελληνικών εξαγωγών, η Ινδία περιγράφεται ως στρατηγική αγορά υψηλής δυναμικής.

Η τοποθέτηση του ΕΒΕΠ

Ο Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει: «Η συμφωνία έχει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία για την Ευρώπη σε μια περίοδο εντάσεων με τρίτες χώρες. Παράλληλα, ενισχύει την πολυμερή εμπορική στρατηγική της ΕΕ, μειώνοντας την εξάρτηση από άλλες ασιατικές αγορές και δημιουργεί δεσμούς με μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου. Η συνεργασία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανταλλαγή τεχνογνωσίας, ανάπτυξη κοινών επενδυτικών σχημάτων και προώθηση των εφοδιαστικών αλυσίδων μέσω Ελλάδος. Κάθε εμπορική συμφωνία έχει δυνατά σημεία και αδυναμίες, καθώς επίσης κινδύνους και ευκαιρίες.

Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τα δυνατά της σημεία με την ισχυρή ναυτιλία, που προσφέρει χαμηλό μεταφορικό κόστος, καθώς και με τη θέση της, ως πύλη εισόδου στην ΕΕ, ώστε να ξεπεράσει την αδυναμία της χαμηλής διείσδυσης των ελληνικών προϊόντων στην ινδική αγορά και να αντιμετωπίσει τον έντονο ανταγωνισμό για να αδράξει τις ευκαιρίες που της αναλογούν.»