Χρειάστηκε να περάσουν 90 λεπτά κατά τη διάρκεια της ετήσιας ομιλίας του προέδρου Τραμπ για την «Κατάσταση της Ένωσης» το βράδυ της Τρίτης, μέχρι να φτάσει επιτέλους στο θέμα του Ιράν – ένα ζήτημα που η διεθνής κοινότητα περίμενε με κομμένη την ανάσα.
Όταν τελικά το έπραξε, αφιέρωσε μόλις τρία λεπτά, περιοριζόμενος σε ασαφείς αναφορές που είχε επαναλάβει και τις προηγούμενες ημέρες. Παρά τη βαρύτητα της κατάστασης, όπως αναφέρει ο Άντον Τροϊανόφσκι, διεθνής ανταποκριτής των New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξήγησε επαρκώς γιατί έχει συγκεντρώσει στη Μέση Ανατολή τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003.
«Το Ιράν επιδιώκει ξανά τις σκοτεινές του φιλοδοξίες», δήλωσε ο Τραμπ, ισχυριζόμενος ότι η Τεχεράνη επανέφερε το πυρηνικό της πρόγραμμα μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στις εγκαταστάσεις της τον περασμένο Ιούνιο. «Βρισκόμαστε σε διαπραγματεύσεις. Θέλουν να κλείσουν συμφωνία», σημείωσε ο πρόεδρος, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση του, χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες για το τι είδους συμβιβασμό επιδιώκει. «Ακόμη όμως δεν έχουμε ακούσει τις κρίσιμες λέξεις: “Δεν θα αποκτήσουμε ποτέ πυρηνικά όπλα”».
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Τροϊανόφσκι, η Τεχεράνη έχει προβεί επανειλημμένα σε τέτοιες δεσμεύσεις, παρά το γεγονός ότι εδώ και χρόνια υπάρχουν ενδείξεις για δοκιμές που παραπέμπουν σε πυρηνικό εξοπλισμό. Μάλιστα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, σε ανάρτησή του λίγο πριν από την ομιλία, τόνισε κατηγορηματικά ότι η χώρα του «δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να αναπτύξει πυρηνικά όπλα».

Η επιλογή του Τραμπ να μην επεκταθεί στο θέμα του Ιράν φαίνεται να αντανακλά την πρόθεση του Λευκού Οίκου να επικεντρωθεί σε εσωτερικά ζητήματα, όπως η οικονομία και η μετανάστευση, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Παράλληλα, ο Τροϊανόφσκι εξηγεί πως ίσως υποδηλώνει τη δυσκολία του επιτελείου του Τραμπ να προσδιορίσει τους ακριβείς στόχους των ΗΠΑ σε μια ενδεχόμενη μετωπική σύγκρουση με μια χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, καθώς ο Τραμπ εξελέγη υποσχόμενος την αποφυγή μακροχρόνιων πολέμων στο εξωτερικό. Είναι ενδεικτικό ότι ο στρατηγός Νταν Κέιν, επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, τον έχει προειδοποιήσει κατ’ ιδίαν για τον κίνδυνο μεγάλων αμερικανικών απωλειών σε περίπτωση επίθεσης.
Παρ’ όλα αυτά, τις τελευταίες εβδομάδες οι ΗΠΑ στέλνουν συνεχώς ενισχύσεις στη Μέση Ανατολή – από αεροπλανοφόρα μέχρι δεκάδες μαχητικά και βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Ενώ αρχικά η απειλή για πλήγμα συνδεόταν με την αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων από την ιρανική κυβέρνηση, πλέον ο Τραμπ συνδέει την επίθεση με το πυρηνικό πρόγραμμα.
«Προτιμώ τη διπλωματική οδό», δήλωσε, «αλλά ένα είναι βέβαιο: δεν θα επιτρέψω ποτέ στον μεγαλύτερο χορηγό της τρομοκρατίας στον κόσμο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα».

Ο Τραμπ μίλησε ελάχιστα για το ουκρανικό ζήτημα, ενώ δεν έκανε καμιά αναφορά στην Κίνα, παρά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί το Πεκίνο τον κυριότερο ανταγωνιστή του.
Αν και για το Ιράν ήταν λακωνικός, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εμφανίστηκε ιδιαίτερα ομιλητικός για την πρόσφατη στρατιωτική παρέμβαση στη Βενεζουέλα. Ήταν μια σαφής ένδειξη ότι ο Τραμπ παραμένει γοητευμένος από τη στρατιωτική ισχύ και την εικόνα που εκπέμπει διεθνώς η επίδειξη δύναμης. Όπως υποστήριξε, ξένοι ηγέτες τού μετέφεραν ότι η επιχείρηση στη Βενεζουέλα ήταν «εξαιρετικά εντυπωσιακή».
Παρά τις ανησυχίες ορισμένων Ρεπουμπλικανών ότι ο πρόεδρος αναλώνεται υπερβολικά στην εξωτερική πολιτική, η βάση των υποστηρικτών του φαίνεται να αποδέχεται τις στρατιωτικές παρεμβάσεις χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις.
Καθώς οι διαπραγματευτές των δύο χωρών ετοιμάζονται για έναν νέο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη την Πέμπτη, οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε θέσεις μάχης. Σύμφωνα με συμβούλους του, ο Τραμπ εξετάζει ένα «προειδοποιητικό» πλήγμα που θα ανάγκαζε το Ιράν να υποχωρήσει πλήρως στο θέμα των πυρηνικών.