Η προέλαση του συριακού στρατού στις κουρδικές περιοχές αλλάζει ριζικά τον χάρτη της Συρίας, τερματίζοντας de facto το όνειρο αυτονομίας των Κούρδων και ανοίγοντας μια νέα, αβέβαιη εποχή για τη χώρα.

Τις τελευταίες εβδομάδες, μονάδες του συριακού στρατού εισήλθαν για πρώτη φορά στη Χασάκα, μια πόλη-προπύργιο των Κούρδων στη βορειοανατολική Συρία, υπό το βλέμμα αμερικανικών αεροσκαφών και με συνεχή επιτήρηση μέσω drones. Η παρουσία των κυβερνητικών στρατευμάτων προκάλεσε έντονη φόρτιση, με Κούρδους μαχητές να υψώνουν σημαίες και όπλα μπροστά σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις, σε μια συμβολική δήλωση ότι δεν εγκαταλείπουν εύκολα τις διεκδικήσεις τους. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την πρώτη προσπάθεια του προέδρου Άχμεντ αλ-Σαράα να θέσει σχεδόν ολόκληρη τη χώρα υπό ενιαίο έλεγχο, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ πριν από περίπου έναν χρόνο.

Παράλληλα, η σταδιακή απομάκρυνση της στήριξης των ΗΠΑ από τους Κούρδους και η μετατόπιση της Ουάσιγκτον προς τη Δαμασκό άλλαξαν δραματικά τις ισορροπίες στο πεδίο. Η Συριακή Δημοκρατική Δύναμη (SDF), που επί χρόνια λειτουργούσε ως de facto κυβέρνηση στη βορειοανατολική Συρία και βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς την ασπίδα της αμερικανικής παρουσίας. Πολλοί Κούρδοι μιλούν πλέον ανοιχτά για «προδοσία», βλέποντας ότι η στήριξη μετατοπίζεται στον στόχο της ενοποίησης της Συρίας υπό την ηγεσία αλ-Σαράα.

Συρία και Κούρδοι σε νέο καθεστώς ισχύος

Με την είσοδο του στρατού σε τρεις επαρχίες της ανατολικής Συρίας, η κυβέρνηση αποκτά πρόσβαση σε μια εκτεταμένη, πλούσια σε πόρους περιοχή, την οποία είχε στερηθεί εδώ και 15 χρόνια. Η Δαμασκός καλείται τώρα όχι μόνο να σταθεροποιήσει μια χώρα εξουθενωμένη από τον πόλεμο και τη φτώχεια, αλλά και να «χωνέψει» μια νέα, τεράστια επικράτεια με βαθιές εθνοτικές και πολιτικές ρωγμές. Σε διήμερη αποστολή στην περιοχή, καταγράφηκε μια κοινωνία διχασμένη: οι Κούρδοι της βορειοανατολικής Συρίας ταλαντεύονται μεταξύ δυσπιστίας, αντίστασης και μοιρολατρικής αποδοχής της επιστροφής της κεντρικής εξουσίας.

Οι αντιδράσεις δεν είναι μονοσήμαντες. Σε αραβικές περιοχές που επανήλθαν από τον έλεγχο της SDF στην κεντρική κυβέρνηση, κάτοικοι εκφράζουν ανακούφιση, καταγγέλλοντας σκληρές πρακτικές αστυνόμευσης των κουρδικών δυνάμεων και τον διαρκή φόβο αυθαίρετων κατηγοριών για διασυνδέσεις με το Ισλαμικό Κράτος. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία κατοίκου από τη Ντέιρ εζ-Ζορ, που μιλά για «διαρκή τρόμο» μήπως κάποιος τον κατηγορήσει ως τζιχαντιστή, περιγράφοντας τη σημερινή κατάσταση ως «τεράστια ανακούφιση».

Το μέλλον των Κούρδων στη Συρία

Η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει στις ανησυχίες με ένα μείγμα υποσχέσεων και σκληρής πολιτικής. Σύμφωνα με συμφωνία που διαμορφώθηκε με αμερικανική μεσολάβηση, οι Κούρδοι της Συρίας λαμβάνουν διαβεβαιώσεις ότι θα αποκτήσουν ιθαγένεια – την οποία πολλοί στερούνταν επί δεκαετίες – καθώς και πολιτιστικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα και έναν βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, οι ένοπλες δυνάμεις τους αναμένεται να ενσωματωθούν στον εθνικό στρατό και τα σώματα ασφαλείας, γεγονός που για πολλούς Κούρδους ισοδυναμεί με το οριστικό τέλος της ανεξάρτητης στρατιωτικής τους παρουσίας.

Οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες των Κούρδων ήδη αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους. Μετά από σκληρές συγκρούσεις στο Χαλέπι, αρκετές μονάδες της SDF επέλεξαν μια τελευταία, συμβολική αντίσταση πριν αποσυρθούν προς τη Χασάκα, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό κουρδική, αλλά πλέον με ισχυρή παρουσία κυβερνητικών δυνάμεων. Στο παρασκήνιο, τοπικοί ηγέτες από την ανατολική Συρία εκφράζουν συγκρατημένη αισιοδοξία, μιλώντας για «φωτεινό μέλλον» εντός μιας ενιαίας Συρίας, με την πρωτεύουσα Δαμασκό να επαναδιεκδικεί τον ρόλο της, όπως γράφουν οι New York Times.

Για τους Κούρδους, όμως, η νέα πραγματικότητα είναι αντιφατική: από τη μία, αναγνώριση δικαιωμάτων, ιθαγένειας και θεσμικής παρουσίας· από την άλλη, εγκατάλειψη του οράματος για μια αυτόνομη, κουρδική οντότητα στη βορειοανατολική Συρία. Ενώ η κυβέρνηση αλ-Σαράα επιχειρεί να παρουσιάσει την εξέλιξη ως «επανένωση» της χώρας, στις κουρδικές συνοικίες μένει ζωντανή η αίσθηση μιας χαμένης ιστορικής ευκαιρίας – και μιας συμμαχίας με την Ουάσιγκτον που κατέληξε σε πολιτικό αδιέξοδο.