Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον και η πρώην υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον συμφώνησαν να καταθέσουν σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων σχετικά με την υπόθεση του κατηγορούμενου για σεξουαλική διακίνηση Τζέφρι Έπσταϊν, αποκλιμακώνοντας μια πιθανή θεσμική σύγκρουση ανάμεσα στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.
Η Επιτροπή Εποπτείας και Μεταρρύθμισης της Κυβέρνησης είχε εκδώσει κλητεύσεις τον Αύγουστο του 2025 και είχε ορίσει τις εμφανίσεις τους για τον Ιανουάριο, ωστόσο τότε οι Κλίντον δεν συμμορφώθηκαν.
Ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Μπιλ Κλίντον, Άνχελ Ουρένα, ανέφερε στις 2 Φεβρουαρίου μέσω social media ότι «ο πρώην πρόεδρος και η πρώην υπουργός Εξωτερικών θα παραστούν. Ανυπομονούν να δημιουργήσουν ένα προηγούμενο που θα ισχύει για όλους».
Η εξέλιξη σημειώθηκε ενώ η Επιτροπή Κανονισμού της Βουλής εξέταζε ψηφίσματα για την παραπομπή των Κλίντον για ποινική περιφρόνηση του Κογκρέσου. Αν εγκρίνονταν από τη Βουλή και προχωρούσε η δίωξη από το υπουργείο Δικαιοσύνης, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ακόμη και ποινές φυλάκισης.
Σε επιστολή των δικηγόρων τους προς τους νομοθέτες, την οποία επικαλείται η USA Today, αναφέρεται ότι οι Κλίντον αποδέχθηκαν τους όρους που είχε θέσει ο πρόεδρος της επιτροπής, βουλευτής Τζέιμς Κόμερ, και «θα εμφανιστούν για καταθέσεις σε ημερομηνίες που θα συμφωνηθούν από κοινού». Ζητείται επίσης από την επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι «η Βουλή δεν θα προχωρήσει σε διαδικασία περιφρόνησης».
Ο Κόμερ δήλωσε ότι θα μελετήσει την πρόταση, υπογραμμίζοντας πως οι Κλίντον έως τότε απέφευγαν να καταθέσουν. Όπως είπε, θα αποτελούσε αρνητικό προηγούμενο να επιτρέπεται σε μάρτυρες να αγνοούν κλητεύσεις μέχρι να διαφανεί ότι υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της παραπομπής τους.
«Θα πρέπει να το εξετάσουμε και να το αξιολογήσουμε», ανέφερε.
Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, χαρακτήρισε θετική την εξέλιξη, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει αν θα αποσυρθεί η διαδικασία για την παραπομπή τους. «Περιμένουμε από όλους να συμμορφώνονται με τις κλητεύσεις του Κογκρέσου», δήλωσε.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης βρίσκεται στη διαδικασία δημοσιοποίησης εκατομμυρίων σελίδων από τις ποινικές έρευνες για την υπόθεση Έπσταϊν. Παρά τον νέο νόμο που επιβάλλει τη δημοσιοποίηση των αρχείων, μεγάλο μέρος του υλικού παραμένει απόρρητο, καθώς νομικοί του υπουργείου εξετάζουν το περιεχόμενο ώστε να μην αποκαλυφθούν ονόματα προσώπων που έχουν καταγγείλει κακοποίηση.
Το όνομα του Μπιλ Κλίντον περιλαμβάνεται μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματικών προσωπικοτήτων που είχαν κοινωνικές επαφές με τον Έπσταϊν και εμφανίζονται σε σχετικά έγγραφα και φωτογραφίες, καθώς και σε χειρόγραφη αφιέρωση σε άλμπουμ που είχε συγκεντρώσει η Γκισλέιν Μάξγουελ για τα 50ά γενέθλια του Έπσταϊν.
Ο ίδιος δεν έχει κατηγορηθεί για παράνομη πράξη. Οι Κλίντον επισημαίνουν ότι έχουν αποχωρήσει από τη δημόσια ζωή εδώ και πάνω από μία δεκαετία και ότι δεν είχαν επαφή με τον Έπσταϊν για περισσότερα από 20 χρόνια.
Ο Κόμερ υποστήριξε πως η κατάθεσή τους παραμένει κρίσιμη για να αποσαφηνιστεί το δίκτυο του Έπσταϊν και ο τρόπος με τον οποίο καλλιεργούσε σχέσεις με ισχυρές προσωπικότητες.
Η ποινική περιφρόνηση συνιστά πλημμέλημα και επισύρει πρόστιμο έως 100.000 δολάρια και ποινή φυλάκισης έως ένα έτος. Ανάλογες καταδίκες είχαν επιβληθεί σε συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ που αγνόησαν κλητεύσεις για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021, αν και σε άλλες περιπτώσεις το υπουργείο Δικαιοσύνης επέλεξε να μην ασκήσει διώξεις.
Σε επιστολή τους στις 13 Ιανουαρίου, οι Κλίντον κατηγορούσαν τον Κόμερ ότι επιδιώκει να τους διαπομπεύσει, χαρακτηρίζοντας τις κλητεύσεις «άκυρες και νομικά ανεφάρμοστες».
Μετά την απουσία του Μπιλ Κλίντον από ακρόαση στις 13 Ιανουαρίου και της Χίλαρι Κλίντον στις 14 Ιανουαρίου, η επιτροπή κινήθηκε προς την κατεύθυνση της παραπομπής τους.
Σύμφωνα με τον Ουρένα, ο Μπιλ Κλίντον είχε προτείνει στις 30 Ιανουαρίου να συναντηθεί με τον Κόμερ και τον επικεφαλής των Δημοκρατικών στην επιτροπή, Ρόμπερτ Γκαρσία, στο γραφείο του στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με τα ταξίδια με τον Έπσταϊν, τη γνώση του για τυχόν παράνομες δραστηριότητες και τις προσπάθειες του Έπσταϊν να αποκτήσει επιρροή.
Ο Κόμερ απέρριψε την πρόταση, τονίζοντας ότι «οι Κλίντον δεν μπορούν να υπαγορεύουν τους όρους συμμόρφωσης σε νόμιμες κλητεύσεις».