Συναγερμός έχει σημάνει στην Αίγινα για το νερό της περιοχής, με κατοίκους να προσφεύγουν στον Άρειο Πάγο, καθώς εντοπίστηκαν καρκινογόνες ουσίες, αλλά και κολοβακτηριοειδή, δηλαδή βακτήρια E. coli και εντερόκοκκοι.

Πριν λίγες μέρες και συγκεκριμένα την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην περιοχή.

Σύμφωνα με το aeginaportal.gr, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης τονίστηκε ότι, μετά τη βλάβη, η υδροδότηση του νησιού πραγματοποιείται μέσω γεωτρήσεων. Ο Δήμος είχε ανακοινώσει ότι το νερό δεν είναι κατάλληλο για πόση, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται για οικιακές χρήσεις.

Ωστόσο, μικροβιολογική ανάλυση των Υγειονομικών Υπηρεσιών της Περιφέρειας Αττικής – έπειτα από αίτημα 12 συλλόγων του νησιού – έκρινε το νερό ακατάλληλο για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επαφή με τον ανθρώπινο οργανισμό, διαπιστώνοντας υπερβάσεις μικροβιολογικών παραμέτρων και προβλήματα στη χλωρίωση.

Προσφυγή στη Δικαιοσύνη

Το saronicmagazine.gr έγραψε ότι η Πρωτοβουλία Πολιτών και οι Σύλλογοι της Αίγινας προσέφυγαν σήμερα Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Γεωργία Αδειλίνη, ζητώντας την άμεση παρέμβασή της. Απαιτώντας από το Ανώτατο Δικαστήριο να παραγγείλει τον άμεσο σχηματισμό δικογραφίας με τη διαδικασία του Αυτοφώρου για τους υπευθύνους και το σφράγισμα των μολυσμένων γεωτρήσεων που δηλητηριάζουν 13.000 ανθρώπους.

Η έρευνα του ΠΑΚΟΕ

Το ΠΑΚΟΕ (Πανελλήνιο Κέντρο Οικολογικών Ερευνών) σε έρευνα που έκανε στο νερό της περιοχής, επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους των κατοίκων.

Συγκεκριμένα, ανέφερε:

«Μετά από επανειλημμένες καταγγελίες κατοίκων, το ΠΑΚΟΕ προχώρησε σε αναλύσεις, με το επιστημονικό του συνεργείο να συλλέγει δείγματα πόσιμου και θαλασσινού νερού στις 21/02/2026, αποτυπώνοντας μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την ποιότητα των υδάτων στην Αίγινα, τόσο από μικροβιολογική όσο και από φυσικοχημική άποψη.

Η συνολική εκτίμηση δείχνει ότι σε αρκετά σημεία το νερό δεν πληροί τα όρια καταλληλότητας για ανθρώπινη κατανάλωση, κυρίως λόγω αυξημένης αλατότητας, υψηλών ολικών διαλυμένων στερεών (TDS), αυξημένης αγωγιμότητας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, μικροβιακής επιβάρυνσης.

Μικροβιολογικοί παράμετροι

Στο πόσιμο νερό, όπου η νομοθεσία απαιτεί απόλυτη απουσία μικροβιακών δεικτών, καταγράφηκαν σε αρκετά σημεία παρουσίες κολοβακτηριοειδών, E. coli, εντερόκοκκων και σε μία περίπτωση Pseudomonas aeruginosa, γεγονός που σημαίνει σαφή μη συμμόρφωση με τα πρότυπα καταλληλότητας. Ιδιαίτερα επιβαρυμένα εμφανίζονται τα σημεία στον Κοντό και στις Αλώνες, όπου παρατηρήθηκαν υψηλοί αριθμοί αποικιών και ταυτόχρονη παρουσία δεικτών κοπρανώδους ρύπανσης, στοιχείο που υποδηλώνει πιθανή επιμόλυνση του δικτύου ή των τοπικών δεξαμενών και συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ειδικά για παιδιά, ηλικιωμένους και ευπαθείς ομάδες.

Χημικοί Παράμετροι

Από χημικής πλευράς, αν και τα νιτρώδη και τα νιτρικά παραμένουν κάτω από τα θεσμοθετημένα όρια, οι τιμές τους υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα που παρατηρούνται στα πόσιμα νερά, υποδεικνύοντας σχετικά αυξημένη συγκέντρωση που χρήζει παρακολούθησης. Οι συγκεντρώσεις χλωριούων καταγράφονται εξαιρετικά αυξημένες, φτάνοντας σε ορισμένες περιοχές επίπεδα πολλαπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου, με ακραίες τιμές που υπερβαίνουν ακόμη και τις 7.000 mg/L, δηλαδή έως και τριάντα φορές πάνω από το όριο ποιότητας. Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τις πολύ υψηλές τιμές αγωγιμότητας και ολικών διαλυμένων στερεών, επιβεβαιώνουν έντονο φαινόμενο υφαλμύρωσης του υδροφορέα, πιθανότατα λόγω θαλάσσιας διείσδυσης και υπεράντλησης γεωτρήσεων.

Φυσικοχημικοί Παράμετροι

Τα επίπεδα TDS σε πολλές μετρήσεις ξεπερνούν κατά πολύ τα 1.000 mg/L και σε ορισμένα σημεία αγγίζουν ή υπερβαίνουν τα 3.000–4.000 mg/L, τιμές που θεωρούνται μη ασφαλείς για συστηματική κατανάλωση και επηρεάζουν έντονα τη γεύση, ενώ ενδέχεται μακροπρόθεσμα να επιβαρύνουν τον οργανισμό. Παράλληλα, η ανίχνευση εξασθενούς χρωμίου, έστω και σε χαμηλή συγκέντρωση, κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς πρόκειται για ουσία με καρκινογόνο και μεταλλαξιογόνο δράση, η οποία δεν θα έπρεπε ιδανικά να ανιχνεύεται καθόλου στο πόσιμο νερό.

Οι φυσικοχημικές μετρήσεις ενισχύουν περαιτέρω αυτή την εικόνα, αφού η αγωγιμότητα σε αρκετές περιοχές υπερβαίνει κατά πολύ τα προτεινόμενα όρια, φτάνοντας επίπεδα που παραπέμπουν περισσότερο σε υφάλμυρο παρά σε πόσιμο νερό, ενώ μόνο λίγα σημεία παρουσιάζουν τιμές που προσεγγίζουν αποδεκτά χαρακτηριστικά. Αντίθετα, το pH παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων, στοιχείο που δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η οξύτητα αλλά η υπερσυγκέντρωση αλάτων και διαλυμένων ουσιών. Συνεπώς, σε πολλές περιοχές του νησιού το νερό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλο για απευθείας ανθρώπινη κατανάλωση χωρίς προηγούμενη επεξεργασία ή χρήση εναλλακτικής πηγής.

Αν και ένα αυξημένο επίπεδο TDS μπορεί να επηρεάσει τη γεύση του νερού, δεν είναι συνήθως επιβλαβές για την ανθρώπινη υγεία.

Ωστόσο, οι μετρήσεις άνω των 500 mg/l απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση για τοξικά σωματίδια και βαρέα μέταλλα. Οι μετρήσεις άνω των 1000 mg/l θεωρούνται ανασφαλείς για κατανάλωση από τον άνθρωπο.

Η αγωγιμότητα παρέχει πληροφορίες για την ποιότητα του νερού, την ποσότητα των διαλυμένων αλάτων και για τον βαθμό ρύπανσης. Θεωρείται ότι πάνω από 1000ppm το νερό είναι ακατάλληλο για να το πίνουμε.

Οι συνήθης τιμές αγωγιμότητας στα δελτία της ΕΥΔΑΠ είναι 150 – 200 ppm».