Η επίσκεψη του πρωθυπουργού αύριο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έρχεται ως συνέχεια της πολιτικής που ξεκίνησε συστηματικά από τη χώρα μας το 2020, όταν και υπεγράφη μια στρατηγικής σημασίας συμφωνία, η κοινή συνεργασία στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, στην οποία περιλαμβάνεται ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης από τρίτο μέρος. Η συγκεκριμένη ρήτρα ήταν το επιστέγασμα πολύμηνων διαπραγματεύσεων και αποτελεί το μέγιστο που μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ δύο χωρών που δεν συνορεύουν και έχουν άλλες συμβατικές δεσμεύσεις.

Πολύ περισσότερο, έστελνε ένα μήνυμα στην Τουρκία, καθώς από τότε που ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη το 2011, η Τουρκία και τα Εμιράτα βρίσκονταν απέναντι. Ο λόγος της αντιπαλότητας ήταν η σταθερή υποστήριξη που προσέφερε ο Ερντογάν στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Το Κατάρ έδινε χρήματα στην Άγκυρα και η Άγκυρα αναλάμβανε μέσω των μυστικών υπηρεσιών τον σχεδιασμό και την εκτέλεση. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα απειλούσε τα θεοκρατικά βασίλεια της Αραβικής Χερσονήσου. Έτσι λοιπόν, αυτή η ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής θεωρήθηκε πρωτοποριακή, καθώς δεν υπάρχει σε αντίστοιχες διμερείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ελλάδα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τότε τέθηκαν και οι βάσεις που θα επέτρεπαν τη στάθμευση στρατιωτικών δυνάμεων της μιας χώρας στο έδαφος της άλλης, καθώς και την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών.

Τι θέλουν όμως σήμερα τα Εμιράτα από την Ελλάδα μέσα σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό σκηνικό; Διότι η χρονική συγκυρία της επίσκεψης δεν είναι τυχαία.

Αρχικά, ας έχουμε υπόψη μας ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων, θεωρούνται σύγχρονες και τεχνολογικά εξοπλισμένες με οπλικά συστήματα τελευταίας τεχνολογίας.

Το καλοκαίρι του 2020, στην κορύφωση της ελληνοτουρκικής κρίσης και εν μέσω της διεξαγωγής ερευνών σε ελληνική υφαλοκρηπίδα από το «Oruc Reis», τέσσερα F-16 από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μεταστάθμευσαν στην Κρήτη, όπου και παρέμειναν για δύο εβδομάδες συμμετέχοντας σε ασκήσεις με την ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΑΕ διαθέτει 11 κορβέτες, ενώ η κυβέρνηση του Άμπου Ντάμπι απέκτησε -πρώτη στον κόσμο- το αντιαεροπορικό σύστημα THAAD. Μάλιστα, δαπανούν ετησίως περίπου το 5,6% του ΑΕΠ τους για αμυντικές δυνάμεις. Άρα λοιπόν, είναι μια ισχυρή εξοπλιστικά χώρα που μπορεί να παίξει ρόλο στις εξελίξεις στην περιοχή.

Με το Ιράν να βρίσκεται σε κοινωνική αναταραχή και την πτώση του Άσαντ στη Συρία, η μεγάλη ανησυχία της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είναι να αποτρέψουν το ενδεχόμενο οι λαϊκές εξεγέρσεις να επεκταθούν. Γι’ αυτό και έχουν αρχίσει διπλωματικά να αναλαμβάνουν πιο ενεργό ρόλο στις περιφερειακές υποθέσεις. Με τους Αμερικανούς ήδη έχουν βελτιώσει τις σχέσεις τους, αφού συμμετείχαν στην αεροπορική εκστρατεία κατά του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και τη Συρία και πραγματοποίησαν επίσης περιορισμένες αεροπορικές επιδρομές στη Λιβύη για λογαριασμό των Αμερικανών. Παράλληλα, εντάχθηκαν σε συνασπισμό υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας κατά των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη, ενώ αναπτύχθηκαν στη νότια ακτή της Υεμένης για να πολεμήσουν την Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Από το 2018, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέλαβαν την ηγεσία της επίθεσης του συνασπισμού για την κατάληψη της Χοντέιντα, της λιμενικής πόλης της Υεμένης, που αποτελεί βασική πηγή εσόδων για τους αντάρτες Χούθι και το κύριο σημείο εισόδου τροφίμων και ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Υεμένη.

Στήριξαν ασφαλώς τον στρατό της Αιγύπτου στην ανατροπή της κυβέρνησης που συνδεόταν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα το 2013 και απέσυραν για σύντομο διάστημα τον πρέσβη τους από το Κατάρ το 2014, λόγω της στήριξης που παρείχε το τελευταίο στην οργάνωση. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν επίσης βασικός συμμετέχων στον αποκλεισμό του Κατάρ την περίοδο 2017–21, μια κίνηση που πολλοί ερμήνευσαν ως προσπάθεια να αναχαιτιστεί η επιρροή τόσο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας όσο και του Ιράν στην περιοχή.

Το 2020, κατέληξαν σε συμφωνία με το Ισραήλ για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, και έτσι έγιναν η πρώτη αραβική χώρα του Κόλπου που το έκανε και η πρώτη χώρα των «Συμφωνιών του Αβραάμ».

Και ασφαλώς, πολύ πρόσφατα αποδέχθηκαν την πρόσκληση να συμμετάσχουν στο προταθέν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, «Συμβούλιο Ειρήνης», τοποθετώντας το Άμπου Ντάμπι μεταξύ των πρώτων κυβερνήσεων που επιδοκίμασαν δημόσια την πρωτοβουλία. Ο Τραμπ επισκέφτηκε τη χώρα μάλιστα σχεδόν μόλις ξεκίνησε η δεύτερη θητεία του στο Λευκό Οίκο. Και βέβαια, οι πρώτες μυστικές ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Ρωσία και την Ουκρανία τον περασμένο Νοέμβριο πραγματοποιήθηκαν στο Άμπου Ντάμπι.

Η Αθήνα όμως έχει καταγράψει ότι η Τουρκία δεν έχει πει την τελευταία της λέξη και ο Ερντογάν βλέποντας όλη αυτή την κινητικότητα, έχει αρχίσει να κάνει νέα ανοίγματα σπεύδοντας μάλιστα να κάνει συμφωνίες εξοπλιστικού χαρακτήρα και να πιέζει το αραβικό βασίλειο για συμμαχίες. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Εμιράτα ήταν ο κύριος ξένος υποστηρικτής του διοικητή Χαλίφα Χαφτάρ, με έδρα την ανατολική Λιβύη, παρέχοντας αεροπορική υποστήριξη και εξοπλισμό στον αυτοαποκαλούμενο Λιβυκό Εθνικό Στρατό κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης στην Τρίπολη το 2019.

Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον σεΐχη των Εμιράτων κάθε άλλο παρά τυπική δεν πρέπει να είναι.