Η Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ. είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο. Σκαλωσιές στην Ακρόπολη, κάρα πηγαινοέρχονται στην Πεντέλη για να φέρουν τα υπέροχα λευκά κομμάτια μαρμάρου προκειμένου να ανεγερθεί ο Παρθενώνας, γλύπτες, μουλαράδες, ξυλουργοί, αρχιτέκτονες, λιθοξόοι και ζωγράφοι, όλοι δουλεύουν πυρετωδώς.

Μέσα σε λίγα χρόνια, η πόλη θα γίνει αγνώριστη, υπέρλαμπρη, εντυπωσιακή. Πού βρήκε όμως τα λεφτά ο Περικλής που κυβερνούσε εκείνη την εποχή την Αθήνα, προκειμένου να γνωρίζει η πόλη τη μεγαλύτερη ακμή της Ιστορίας της και πως έπεισε τους πολιτικούς του αντιπάλους να συναινέσουν σε αυτό το εγχείρημα;

Τις καταρτισμένες απαντήσεις δίνει με χιούμορ και εύληπτο τρόπο προς το αναγνωστικό κοινό ο διδάκτωρ αρχαιολογίας Θεόδωρος Παπακώστας στο βιβλίο του με τίτλο: «Αρχαιολογία αγάπη μου… έλα πάρε με από ΄δω», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books. Από το 2018 ο κ. Παπακώστας μεταφέρει την αρχαιογνωσία σε κάθε αμύητο, μέσω κοινωνικών δικτύων, εκπομπών, βιβλίων και άρθρων, και τα στοιχεία δείχνουν ότι το κάνει με επιτυχία.

Το βιβλίο του δρ. αρχαιολογίας Θεόδωρου Παπακώστα

Όπως γράφει λοιπόν, ο Περικλής, δεν ήταν ένας τυχαίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Αθήνας στην πιο λαμπρή της περίοδο, στον «Χρυσό Αιώνα» της, όπως έμεινε γνωστός στην παγκόσμια Ιστορία. Ήταν εμφανώς ένας πανέξυπνος και τολμηρός άνδρας, που βρέθηκε αρκετές φορές αντιμέτωπος με τους συντηρητικούς του καιρού του και τους επιβλήθηκε. Βέβαια, είχε και το ατού ότι η πόλη ευημερούσε τότε.

Όλη η Αθήνα ένα εργοτάξιο

Ο Περικλής πρότεινε να ξεκινήσει ένα τεράστιο πρόγραμμα ανοικοδόμησης σε όλη την Αττική. Και το πέτυχε. Άνοιξαν έτσι δουλειές για δεκάδες επαγγέλματα: λιθοξόους, μαρμαράδες και γλύπτες, ξυλοκόπους, μουλαράδες, ζωγράφους, αρχιτέκτονες, μεταφορείς και μεταλλουργούς, και φυσικά για κάθε εργάτη που ήθελε να δουλέψει.

Μέσα σε λίγα χρόνια όλη η Αττική ήταν ένα τεράστιο εργοτάξιο. Η ακρόπολη άλλαξε τελείως όψη. Χτίστηκαν ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο, τα νέα προπύλαια. Στην κάτω πόλη χτίστηκε το Ωδείο του Περικλή, που φιλοξενούσε μουσικές εκδηλώσεις και όχι μόνο, και αποτέλεσε το πρότυπο για όλα τα αντίστοιχα κτίρια από τότε.

Πως βγήκε η λέξη «σκηνή»

Μάλιστα, έλεγαν ότι μετά τους Περσικούς Πολέμους οι Αθηναίοι πήραν τη σκηνή του Πέρση βασιλιά, του Ξέρξη, και την έστησαν στο ιερό του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη, δίπλα στο θέατρο. Η λέξη σκηνή για το θέατρο ίσως μάλιστα προέρχεται από την ίδια τη σκηνή του Ξέρξη! Στην αγορά χτίστηκε ο ναός του Ηφαίστου (και της Αθηνάς Εργάνης), γνωστός σήμερα ως Θησείο, και η στοά του Ελευθερίου Διός, που ήταν μεν κτίριο αφιερωμένο σε θεό, αλλά κατέληξε να έχει κοσμική χρήση, και διακοσμήθηκε με διάσημες ζωγραφιές και ασπίδες όσων έπεσαν για την ελευθερία της πατρίδας. Εκεί μαζεύονταν οι περαστικοί για να αράξουν και να χαζέψουν, κι αργότερα άραζε κι ο Σωκράτης εκεί πέρα κι έπιανε κουβέντα με τον κόσμο.

Κάπου πιο έξω από το κέντρο της πόλης χτίστηκε το ιερό της Αρτέμιδος Αγροτέρας, στην Ελευσίνα έγινε γενικό ρεκτιφιέ και ο κεντρικός χώρος του ιερού, το Τελεστήριο, έγινε πολύ πιο μεγαλοπρεπής, στο Σούνιο χτίστηκε ο υπέροχος, κατάλευκος ναός του Ποσειδώνα.

Το περίκλειο οικοδομικό πρόγραμμα, όμως, είχε κι άλλα. Στον Ραμνούντα, στα βόρεια της Αττικής, χτίστηκε ο ναός της Νέμεσης και στην Παλλήνη χτίστηκε ένας άλλος ναός της Αθηνάς. Τι συμπεραίνουμε από όλη αυτή τη λίστα; Ότι η Αττική άλλαξε τελείως όψη.

4 διάσημοι ναοί από τον ίδιο αρχιτέκτονα;

Υπάρχουν, όμως, τέσσερις ναοί που έχουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Και μας έβαλαν σε σκέψεις πως ίσως ήταν του ίδιου αρχιτέκτονα. Ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο, ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο, ο ναός της Νέμεσης στον Ραμνούντα και ο ναός της Αθηνάς στην Παλλήνη είναι οι τέσσερις ναοί με κάποιες κοινές λεπτομέρειες.

Είναι όλοι δωρικοί, αλλά και στους τέσσερις οι δωρικοί κίονες είναι λίγο πιο λεπτοί και οι αναλογίες τους, ας πούμε, λίγο πιο ντελικάτες. Ο πρόναός τους, ο προθάλαμος δηλαδή πριν από τον κυρίως ναό, έχει το ίδιο βάθος, μεγαλύτερο από το συνηθισμένο, και, τέλος, το κτίριο του ναού, από τη μέσα μεριά των κιόνων, είχε ζωφόρο με γλυπτά. Εκφράστηκε, λοιπόν, μια θεωρία που παρέμενε ισχυρή, ότι οι τέσσερις αυτοί ναοί χτίστηκαν από τον ίδιο αρχιτέκτονα.

Παρότι ξέρουμε πολλά ονόματα αρχιτεκτόνων από την αρχαιότητα, είτε από γραπτές πηγές είτε επειδή μας σώθηκαν επιγραφές που τους αναφέρουν, για κανέναν από αυτούς τους ναούς δεν μας σώθηκε το όνομα του αρχιτέκτονα, έτσι καταλήξαμε να τον λέμε «αρχιτέκτονα του Θησείου». Και φυσικά είναι να απορεί κανείς πόσα δημόσια έργα είχε πάρει αυτός ο τύπος πια.

Η συζήτηση για το κατά πόσο και οι τέσσερις αυτοί ναοί είναι χτισμένοι από τον ίδιο αρχιτέκτονα, που ακολούθησε τα μοτίβα που προτιμούσε, διήρκεσε πολλά χρόνια. Πλέον, με μια πιο προσεκτική ανάλυση και των τεσσάρων κτιρίων, παρατηρείται πως παρότι όντως κάποια στοιχεία είναι κοινά, πολλά άλλα υπάρχουν μόνο σε κάποιους από τους τέσσερις και όχι σε όλους. Έτσι η άποψη ότι οι ναοί αυτοί φτιάχτηκαν όντως από τον ίδιο άνθρωπο άρχισε πλέον να χάνει έδαφος. Αυτή τη στιγμή παραμένει άγνωστο αν όντως αυτοί οι ναοί σχετίζονται εντέλει μεταξύ τους.

Λεφτά υπάρχουν

Το θέμα είναι άλλο όμως. Πώς βρήκε τα λεφτά ο Περικλής να χτίσει την Αθήνα με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει το ύψιστο σύμβολο του πολιτισμού για όλο τον δυτικό κόσμο από τότε μέχρι σήμερα;

Όπως αναφέρει ο κ. Παπακώστας, η Αθήνα δεν ήταν πάντα πλούσια. Και είχε ισοπεδωθεί στους Περσικούς Πολέμους. Επένδυσε, όμως, στο εμπόριο, βρέθηκαν και τα μεταλλεία αργύρου στο Λαύριο, και τα ταμεία της πόλης άρχισαν να γεμίζουν. Πέραν αυτών πάντως, ήταν η πόλη που διοικούσε τη μεγάλη Συμμαχία της Δηλιακή Συμμαχία των περίπου 150 με 200 πόλεων – κρατών, που είχαν φτιάξει όλοι οι Έλληνες για να είναι προετοιμασμένοι και ενωμένοι για την επόμενη μεγάλη απειλή. Την είπαν Δηλιακή γιατί τα λεφτά της συμμαχίας, τους φόρους όλων των συμμάχων, τα φύλαγαν στο ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο, που ήταν το πιο δημοφιλές ιερό των Ιώνων. Για να έχετε μια εικόνα, ο ετήσιος προϋπολογισμός του ταμείου ήταν αρχικά 460 τάλαντα, τα οποία αρκούσαν για να συντηρήσουν 200 τριήρεις με πλήρωμα 200 ανδρών η κάθε μία.

«Η Δήλος, όμως, είναι μια φλούδα στο κέντρο του Αιγαίου και είναι αδύνατον να αμυνθεί σε περίπτωση επίθεσης. Έτσι λοιπόν, οι Αθηναίοι έκριναν σκόπιμο να μεταφέρουν το ταμείο της συμμαχίας στην ίδια την Αθήνα, όπου δεν θα διέτρεχε κίνδυνο να το αρπάξει κάποιος. Εκτός από τους ίδιους τους Αθηναίους» γράφει ο διδάκτωρ Αρχαιολογίας. Και προσθέτει: «Ο Περικλής πρότεινε να «αξιοποιηθεί» αυτό το τεράστιο ποσό για να καλλωπιστεί η Αθήνα. Έπρεπε, όμως, να πείσει τον δήμο και φυσικά τους αντιπάλους του της συντηρητικής παράταξης. Όχι πως η συντηρητική παράταξη δεν ήθελε να ξοδευτούν τα χρήματα, απλώς δεν ήθελε να πάρει τη δόξα ο Περικλής ότι δίνει λεφτά στον κόσμο.

Ο πολιτικός του αντίπαλος, ο Θουκυδίδης, όχι ο γνωστός ιστορικός, ένας άλλος, απλή συνωνυμία, είχε φάει τα λυσσιακά του! Έφτασε να γίνει κουβέντα στην Εκκλησία του Δήμου. «Ξοδεύεις περισσότερα από όσα θα έπρεπε, Περικλή!» ήταν η κατηγορία. «Κάνεις κακοδιαχείριση και ξοδεύεις πιο πολλά, και σίγουρα κάποια από αυτά τα τεράστια ποσά που ξοδεύεις πάνε αλλού, δεν ξέρουμε πού! Σε μίζες; Στην τσέπη σου; Στις ερωμένες σου; Πάντως το δημόσιο χρήμα πετιέται άσκοπα! Φτάνει, ως εδώ!».

«Τα πληρώνω όλα εγώ»

Σηκώνεται και ο Περικλής και ρωτάει τη συνέλευση του λαού: «Όντως πιστεύετε ότι ξοδεύονται περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι θα έπρεπε σε όλα αυτά τα έργα;». Ξεσηκωμένος ο λαός από τους αντιπάλους του Περικλή, συμφώνησε με βοή ότι ναι, ναι, τρελή σπατάλη γίνεται και χάνουμε λεφτά! Και τότε απαντάει ο Περικλής: «Εντάξει. Πολύ καλά. Δεν είναι δίκαιο, αφού έτσι νομίζετε, να βγουν αυτά τα λεφτά από τον κρατικό κορβανά και τις δικές σας τσέπες. Θα τα πληρώσω όλα εγώ από τη δική μου περιουσία! Έτσι δεν θα μπορεί κανείς να γκρινιάζει. Αλλά θα γραφτεί πάνω τους πως όλα αυτά τα έργα πληρώθηκαν και αφιερώθηκαν από μένα τον ίδιο!».

Ο κόσμος σοκαρίστηκε. Είτε γιατί για όσους τον συμπαθούσαν μια τέτοια τολμηρή πρόταση αποδείκνυε την αθωότητά του είτε γιατί για όσους τον αντιπαθούσαν το να αναγραφεί το όνομά του ήταν ό,τι χειρότερο για τον εγωισμό τους, τελικά η πρότασή του να τα πληρώσει από την τσέπη του δεν έγινε δεκτή, και αθωώθηκε από την κατηγορία».

Οι συκοφαντίες κατά της γυναίκας του Ασπασίας και η δίκη

Όπως αναφέρεται στο βιβλίο, η κοινή γνώμη εύκολα αντιπαθεί τον πολιτικό που την κυβερνάει. Γενικά τον Περικλή τον κατηγορούσαν συχνά ότι έτρωγε κρατικό χρήμα, ότι έβαζε δικούς του σε καίριες θέσεις, ότι η γυναίκα του η Ασπασία ήταν αμφιβόλου ηθικής και διατηρούσε πορνείο, αλλά τίποτα δεν αποδείχτηκε. «Την Ασπασία, την ξενόφερτη εταίρα που τη σπίτωσε, την κατηγορούσαν ότι διαφθείρει νέες κοπέλες και τις εξωθεί στα όργια και στις ανωμαλίες για να καλύπτει τις ανώμαλες ορέξεις του τρισανώμαλου του Περικλή που ποιος ξέρει τι γίνεται μέσα στο σπίτι του με αυτή την εξώλης και προώλης να διαφεντεύει, με αυτούς τους τύπους που μπαινοβγαίνουν και μιλάνε για μοντερνιές και επιστήμες, σαν εκείνο τον Αναξαγόρα, που μιλάει για αστρονομίες και ουράνια σώματα, και αμφιβάλλει για τα θεϊκά σημάδια. Αυτά δεν είναι θεοσεβούμενα πράγματα.

Και έχει και φίλο ο Περικλής τον γλύπτη Φειδία, που του έδωσε και τη γενική επίβλεψη στα έργα της Ακρόπολης! Και με τόσο χρυσάφι που διαχειρίζεται ο Φειδίας για να φτιάξει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς μέσα στον ναό σιγά μη δεν έχει βάλει το δάχτυλο στο μέλι! Δάχτυλο; Με το κεφάλι βούτηξε στο μέλι, σίγουρα! Αυτό το παρεάκι μάς έχει κάτσει στον σβέρκο, δεν σέβεται την πίστη μας, και μας τρώει και τα λεφτά.

Κάτι τέτοια θα έλεγαν οι κακές γλώσσες στα σοκάκια της Αθήνας και πίσω από κλειστές πόρτες. Και οι γκρίνιες αυτές βγήκαν από τα σοκάκια κι έφτασαν στα δικαστήρια. Αργότερα κυκλοφορούσε ο θρύλος ότι η Ασπασία δικάστηκε. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν όντως έγινε η δίκη. Ο θρύλος λέει ότι με δυσκολία κατάφερε να τη σώσει ο Περικλής, πηγαίνοντας ο ίδιος στο δικαστήριο και λυγίζοντας μπροστά στους δικαστές. Ξέσπασε και έκλαψε ποτάμια ολόκληρα, και με την επίκληση στο συναίσθημα κατάφερε να αθωωθεί η γυναίκα που τόσο αγάπησε. Τους άλλους φίλους του, όμως, δεν μπορούσε, απ’ ό,τι φαίνεται, να τους προστατεύσει το ίδιο. Ο Αναξαγόρας έφυγε σχεδόν κυνηγημένος από την Αθήνα, όπως έκανε και ο Φειδίας.

Και ο ίδιος ο Περικλής θα δικαζόταν, αν δεν προλάβαινε να σκάσει ο μεγαλύτερος εμφύλιος της αρχαιότητας, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, όταν η Σπάρτη επιτέθηκε πλέον στην Αθήνα, και κανείς δεν είχε χρόνο και μυαλό για δικαστήρια εκείνη τη στιγμή. Στις αρχές του πολέμου ξέσπασε κι ένας μεγάλος λοιμός, κι ο Περικλής αρρώστησε και πέθανε».