Η Ηρώ Μπέζου και ο Χρήστος Θάνος ενώνουν ξανά τις δημιουργικές τους δυνάμεις παρουσιάζοντας, μέσα από την προσωπική τους ματιά, ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, την «Ευρυδίκη» του Ζαν Ανούιγ.
Μέσα από το ποιητικό και αιχμηρό κείμενο του Ανούιγ, η παράσταση εξερευνά τον έρωτα, την επιλογή και το τίμημα της ελευθερίας, προτείνοντας μια φρέσκια σκηνική ανάγνωση που συνομιλεί δυναμικά με το σήμερα. Λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης, την 1η Φεβρουαρίου στο Rabbithole, ο πρωταγωνιστής Χρήστος Θάνος μίλησε στο Newsbeast.
– Τι σας αγγίζει πιο βαθιά στην «Ευρυδίκη» του Ανούιγ, σε ένα επίπεδο πέρα από τη σκηνοθετική πρόκληση;
Με συγκινούσε ανέκαθεν η ιδέα του έρωτα που υπερβαίνει τα όρια της ζωής. Γι’ αυτό και με ενθουσίαζε από τα νεανικά μου χρόνια ο μύθος της Ευρυδίκης και του Ορφέα. Το στοιχείο που με παρακινεί κατά κύριο λόγο στην Ευρυδίκη του Ανούιγ και στο οποίο επικεντρώνεται η παράσταση είναι η διαρκής επιστροφή ή αλλιώς η εμμονική παραμονή στο σημείο και τη στιγμή της γέννησης του έρωτα αυτού. Μια στιγμή ανυπέρβλητη που μονάχα σε συνθήκη θανάτου μπορεί να μείνει στην αθανασία.

– Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεστε πολύ συχνά με την Ηρώ Μπέζου. Τι σας αρέσει στον κώδικα που χρησιμοποιείτε μαζί;
Με την Ηρώ, πάνω απ’ όλα, μας συνδέει μια βαθιά αγάπη σε ανθρώπινο επίπεδο. Πέρα απ’ αυτό, θαυμάζουμε ο ένας τον άλλο καλλιτεχνικά και έχουμε αναπτύξει έναν εντελώς αβίαστο τρόπο συνεργασίας, σε βαθμό να μας εκπλήσσει κι εμάς τους ίδιους πολλές φορές το πόσο απλά μπορεί να βγαίνει ένας όγκος ποιοτικής δουλειάς που σε άλλες συνθήκες πιθανώς να απαιτούσε έναν κάποιο μόχθο, και μάλιστα δουλειά η οποία να μας δίνει μια κοινή ικανοποίηση. Παρότι οι αφετηρίες και τα κίνητρά μας μπορεί να είναι διαφορετικά, εν τέλει η θεώρησή μας γύρω από τα ζητούμενα της τέχνης ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό. Το βασικότερο όμως κοινό μας εφαλτήριο θα έλεγα πως είναι η απομυθοποίηση των πάντων. Το κύριο τροφοδοτικό μας στοιχείο είναι το γέλιο.
– Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες που νιώσατε ότι το έργο «σας ξεπερνά» συναισθηματικά ή υπαρξιακά;
Η αναζήτηση υπαρξιακών ζητημάτων, τα οποία είναι και αυτά που με απασχολούν περισσότερο, δεν μπορεί παρά να μας ξεπερνά. Απαιτείται να βρίσκεσαι σε μία διαρκή αναζήτηση της πηγής. Και όσο κι αν η πηγή αυτή φωλιάζει από πάντα μέσα μας, βρίσκεται σε τέτοια δυσθεώρητα βάθη που μονάχα κατά προσέγγιση μπορείς να τα ερμηνεύσεις. Ο έρωτας είναι το πιο απτό σε εμάς φαινόμενο του υπαρξιακού μας βυθού, γι’ αυτό και είναι ικανός να μας οδηγήσει στον πιο ακραίο συναισθηματικό παροξυσμό. Συνεπώς ναι, το έργο με ξεπερνάει καθημερινά σε όλα τα επίπεδα, πράγμα που ευελπιστώ να μη σταματήσει ποτέ.
– Ο έρωτας στο έργο μοιάζει να υπάρχει μόνο μέσα από μια ακραία επιλογή. Πώς συνομιλεί αυτή η ιδέα με τον δικό σας τρόπο να βλέπετε τον έρωτα σήμερα;
Ο έρωτας από μόνος του είναι μια ακραία επιλογή. Μια επιλογή που κάνει κανείς με βάση την οπτική του ως προς την ζωή και τον τρόπο του να υπάρχει ο ίδιος μέσα σ’ αυτήν. Δεν μπορεί αυτή η πράξη, ο έρωτας να μην συνοδεύεται από ακραίες επιλογές. Μπαίνεις, υπάρχεις και βγαίνεις από αυτόν έχοντας χάσει τον εαυτό σου και πιθανώς έχοντας κερδίσει κάτι άλλο. Σίγουρα δεν μένεις ο ίδιος. Το θέμα είναι εάν έχεις το σθένος που απαιτείται να ανατροφοδοτείς αυτή την ακραία συνθήκη παραμένοντας ζωντανός μέσα της, να μη φοβάσαι να στέκεσαι εκεί και να την υποστηρίζεις, να την αφήνεις να σε κατακλύζει και να σε αλλοιώνει, να σε δυναμώνει και να σε γονατίζει.

– Αν μπορούσατε να μιλήσετε απευθείας στον θεατή που θα δει την παράσταση, ποια ερώτηση θα θέλατε να του αφήσετε φεύγοντας;
«Υπάρχουν υπερβατικές στιγμές στην καθημερινότητά μου που να δικαιώνουν την ύπαρξή μου;»
– Πότε νιώθετε ότι μια καλλιτεχνική πράξη είναι ειλικρινής; Υπάρχει κάποιο προσωπικό σας μέτρο αλήθειας;
Για μένα, ειλικρινής καλλιτεχνική πράξη είναι αυτή που προκύπτει από ανάγκη, πράγμα που όταν συμβαίνει μπορείς, με κάποιον απροσδιόριστο πιθανώς τρόπο, να το νιώσεις. Αντιπαθώ την οποιαδήποτε επιδίωξη εντυπωσιασμού, η οποία μπορεί να δημιουργήσει μια κάποια ψευδαίσθηση ικανοποίησης, εν τέλει όμως δεν σου προσφέρει την πνευματική ανάταση που η ίδια η τέχνη από τη φύση της απαιτεί.
– Σε έναν κόσμο που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα, τι ρόλο πιστεύετε ότι μπορεί –ή πρέπει– να έχει η Τέχνη σήμερα;
Θεωρώ πως είναι χρήσιμο να λειτουργεί ως αντίποδας αυτής φρενίτιδας που μας περιβάλλει, προτάσσοντας την επιβράδυνση, το πάγωμα του χρόνου και τελικά την αίσθηση μυσταγωγίας που το πνεύμα έχει ανάγκη για να τραφεί ποιοτικά. Πρόκειται για μια μορφή αντίστασης, αφού η τέχνη οφείλει να αντιστέκεται στην αισθητική κατάπτωση, στην κοινωνική αδικία και σε οτιδήποτε οπισθοδρομεί τον άνθρωπο, οδηγώντας τον από το ανθρώπινο στο κτηνώδες.

– Αν μπορούσατε αύριο το πρωί να αλλάξετε κάτι στο ελληνικό θέατρο. Τι θα ήταν αυτό;
Θα αντέστρεφα την ξέφρενη πορεία προς τον διαφαινόμενο πλήρη έλεγχο του ελεύθερου θεάτρου από τους μεγαλοπαραγωγούς. Το θέατρο στην Ελλάδα είναι η ποιοτικότερη μορφή τέχνης, φτάνοντας σε ιδιαιτέρως υψηλό επίπεδο σε παγκόσμια κλίμακα. Το φαινόμενο αυτό προέκυψε από τη βαθιά παράδοση σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες ανεξάρτητων καλλιτεχνών και ομάδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όταν όμως μία παραγωγή έχει στον πυρήνα της το κέρδος είναι δεδομένο πως θα αποκλειστεί από αυτήν οτιδήποτε εναλλακτικό, πειραματικό και νεωτεριστικό σε δραματουργικό, αισθητικό, τεχνικό και ανθρώπινο επίπεδο. Αναπότρεπτο αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι ο ευτελισμός μιας Τέχνης για την οποία μπορούμε σε αυτόν τον τόπο έως και σήμερα να νιώθουμε υπερήφανοι.
– Επόμενα επαγγελματικά σχέδια υπάρχουν;
Συμμετείχα ως ερμηνευτής σε μία υπέροχη συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Royal Court Theatre με τον τίτλο Cow/Deer, η οποία θα παρουσιαστεί σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Από ‘κει και πέρα, υπάρχουν διάφορες ιδέες που δουλεύω, προτάσεις που κάνουμε, ακόμα και η προσπάθεια επανάληψης προηγούμενων παραστάσεων που δεν έχουν πιθανώς ολοκληρώσει τον κύκλο τους, όπως οι Πολεμικοί Ανταποκριτές, που δημιουργήθηκαν με πολύ κέφι και κόπο και που παρουσιάστηκαν για μόλις 4 παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών το περασμένο καλοκαίρι. Πρόκειται για έναν διαρκή αγώνα, κάτω από ιδιαιτέρως αντίξοες συνθήκες. Ένας αγώνας όμως που για μένα αποτελεί μονόδρομο.

Η παράσταση
Η Ευρυδίκη κι ο Ορφέας συναντιούνται στον σταθμό ενός τρένου. Το πρώτο τους κοίταγμα θα αποτελέσει την απαρχή ενός έρωτα που θα ταξιδέψει μέσα στους αιώνες. Ενός έρωτα που υπερβαίνει τα όρια της ζωής και που μονάχα στον θάνατο μπορεί να παραμείνει ζωντανός. Ο Ορφέας θα ταξιδέψει ως τον Κάτω Κόσμο για να συναντήσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη ώστε να τη φέρει πίσω στη ζωή, υπό τον όρο πως δεν θα την κοιτάξει μέχρι να φτάσει το πρώτο πρωινό τρένο. Θα καταφέρουν όμως οι δύο ερωτευμένοι να τηρήσουν τον όρο αυτόν;
Δραματουργική προσαρμογή: Ηρώ Μπέζου, Χρήστος Θάνος
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία – μουσική: Χρήστος Θάνος
Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Φωτογραφίες, Video: Γιώργος Αθανασίου
Παίζουν: Ηρώ Μπέζου, Μαρία Χάνου, Φώτης Στρατηγός, Χρήστος Θάνος
Παραστάσεις: Από 1η Φεβρουαρίου και κάθε Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη στις 21.00
Προπώληση: more.com
Rabbithole: Γερμανικού 20, Αθήνα