Εκατομμύρια Αφγανοί που ζούσαν επί δεκαετίες στο Ιράν και το Πακιστάν επιστρέφουν αναγκαστικά σε ένα Αφγανιστάν που διοικείται πλέον από τους Ταλιμπάν, βυθισμένο στη φτώχεια και την απομόνωση. Μέσα σε έναν χρόνο, η Τεχεράνη και η Ισλαμαμπάντ έχουν ήδη απελάσει σχεδόν 3 εκατ. ανθρώπους, εκτοξεύοντας τον πληθυσμό της χώρας κατά 12% και ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις σε μια οικονομία που παραμένει εύθραυστη μετά από δεκαετίες πολέμου.
Στο Τζαλαλαμπάντ, μια μεσαία πόλη κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν, η απότομη αύξηση των αφίξεων έχει μετατρέψει την αγορά ακινήτων σε «καυτό» μέτωπο της νέας αφγανικής πραγματικότητας υπό τους Ταλιμπάν. Ο πληθυσμός της πόλης έχει διπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια, φτάνοντας τις 600.000, ενώ τα ενοίκια έχουν επίσης διπλασιαστεί – ένα απλό σπίτι δύο δωματίων κοστίζει πλέον περίπου 4.000 αφγάνι (60 δολάρια) τον μήνα, ποσό δυσβάσταχτο για τους περισσότερους επιστρέφοντες. Μεσίτες όπως ο Μπαχτιάρ Νιαζάι μιλούν για καθημερινές ουρές απελπισμένων οικογενειών που δέχονται υπέρογκα μισθώματα για να βρουν στέγη, προειδοποιώντας ότι οι εντάσεις είναι θέμα χρόνου.
Αφγανιστάν – Ταλιμπάν υπό πίεση από μαζικές απελάσεις
Η «έκρηξη» επιστροφών στο Αφγανιστάν δεν είναι αποτέλεσμα εθελοντικής παλιννόστησης, αλλά μαζικών απελάσεων. Το Πακιστάν απέλασε μόνο το 2025 περίπου 1,1 εκατ. Αφγανούς, κατηγορώντας τους για τρομοκρατία και διακίνηση ναρκωτικών σε μια περίοδο που οι σχέσεις με το καθεστώς των Ταλιμπάν έχουν καταρρεύσει. Το Ιράν, από την πλευρά του, έδιωξε περίπου 2 εκατ. Αφγανούς την ίδια χρονιά, επιταχύνοντας τις επιστροφές μετά τον πόλεμο Ιράν–Ισραήλ, επικαλούμενο κατασκοπεία αλλά και την ανάγκη μείωσης της πίεσης στις κρατικές επιδοτήσεις.
Την ίδια ώρα, και δυτικές χώρες που καταγγέλλουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους Ταλιμπάν, επιστρέφουν Αφγανούς με ποινικά μητρώα, ενώ οι ΗΠΑ ανέστειλαν το πρόγραμμα επανεγκατάστασης μετά τη δολοφονία μιας στρατιωτικού από πρώην μέλος των αφγανικών ειδικών δυνάμεων. Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι η συσσώρευση εκατομμυρίων απελπισμένων ανθρώπων σε ένα Αφγανιστάν χωρίς επενδύσεις, με διεθνείς κυρώσεις και μείωση βοήθειας κατά περίπου 1 δισ. δολάρια τον χρόνο από τις ΗΠΑ, μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα εξόδου προς την Ευρώπη, αλλά και να ενισχύσει ένοπλες ομάδες που στρατολογούν με μισθούς έως 500 δολάρια τον μήνα.
Παρά την ονομαστική ανάπτυξη 4,3% έως τον Μάρτιο 2025, η κατά κεφαλήν οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται, με τη μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 4% εξαιτίας της πληθυσμιακής «έκρηξης». Σχολεία, νοσοκομεία και βασικές υποδομές ασφυκτιούν, ενώ ακόμη και δρόμοι στρατηγικού εμπορίου, όπως η διαδρομή μέσω του στρατοπέδου Ομάρι στον διάδρομο του Κιμπέρ, έχουν μετατραπεί σε διάδρομο επιστροφής προσφύγων και οικοσκευών τριών γενεών.
Αφγανιστάν των Ταλιμπάν: Aνάμεσα στην «ασφάλεια» και στην απόγνωση
Το καθεστώς των Ταλιμπάν παρουσιάζει την κατάσταση ως διπλή αδικία: από τη μια, οι δεκαετίες πολέμου έχουν διαλύσει τα θεμέλια της οικονομίας, και από την άλλη, οι «άδικες» διεθνείς κυρώσεις –όπως λέει εκπρόσωπος του υπουργείου Προσφύγων και Επανεγκατάστασης– παγώνουν την προοπτική ανάπτυξης. Ο Ταλιμπάν αξιωματούχος που διαχειρίζεται το στρατόπεδο Ομάρι μιλά για σχέδιο παραχώρησης γης σε επιστρέφοντες, ώστε να χτίσουν σπίτια και να καλλιεργήσουν, όμως αναγνωρίζει ότι χωρίς γενναία διεθνή βοήθεια οι ανάγκες ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες του καθεστώτος.
Πίσω από τη ρητορική, οι προσωπικές ιστορίες φωτίζουν το κόστος της «επιστροφής» στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν. Ο Αμπντούλ Γκαφούρ, μικροπωλητής φρούτων που διέφυγε παιδί από τις σοβιετικές δυνάμεις στο Πακιστάν, δηλώνει υπερήφανος που βρίσκεται ξανά στην πατρίδα του, αλλά συντρίβεται από την προοπτική να βγουν οι τέσσερις από τις έξι κόρες του από το σχολείο λόγω των περιορισμών στην εκπαίδευση των κοριτσιών. Η σύζυγός του, όπως λέει, «λυγίζει από το στρες», σε μια κοινωνία όπου η επόμενη γενιά κινδυνεύει να μεγαλώσει χωρίς πρόσβαση στη γνώση.
Την ίδια ώρα, μια νεαρή γυναίκα, η 21χρονη Παρβάνα, που επέστρεψε από το Πακιστάν, επαινεί τους Ταλιμπάν για την επιβολή «ειρήνης και ασφάλειας», αλλά παραδέχεται ότι η ζωή στο Αφγανιστάν είναι πανάκριβη και ότι ο μισθός των 250 αφγάνι την ημέρα του συζύγου της δεν φτάνει. Η ίδια εργαζόταν σε εργοστάσιο τούβλων στο Πακιστάν, αλλά τώρα, σε μια χώρα όπου οι γυναίκες επιτρέπεται να δουλεύουν μόνο από το σπίτι ή σε αυστηρά διαχωρισμένους χώρους όπως η γεωργία, ψάχνει μάταια ευκαιρία να αξιοποιήσει τις δεξιότητές της.
Αφγανιστάν: Xαμένες ευκαιρίες, κρυμμένο ανθρώπινο κεφάλαιο υπό τους Ταλιμπάν
Παρά το ζοφερό τοπίο, ειδικοί επισημαίνουν ότι οι επιστρέφοντες στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν μεταφέρουν μαζί τους ένα πολύτιμο –και συχνά ανεκμετάλλευτο– ανθρώπινο κεφάλαιο. Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, πολλές γυναίκες που μεγάλωσαν στο Ιράν ή το Πακιστάν είναι πιο μορφωμένες και εξοικειωμένες με την τεχνολογία, το ηλεκτρονικό εμπόριο και το branding από όσες δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα, κάτι που φαίνεται, για παράδειγμα, στον δυναμικό γυναικείο κλάδο του σαφράν στη Χεράτ.
Ωστόσο, ακόμη και οι πιο καταρτισμένοι άνδρες δυσκολεύονται να βρουν θέση σε μια οικονομία με έλλειψη επενδύσεων και δομών. Ο Ζακρία Αζίζι, 24χρονος επιστήμονας υπολογιστών που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πακιστάν, σήμερα πουλάει κότες στη λαϊκή αγορά του Τζαλαλαμπάντ, θεωρώντας το πτυχίο του «άχρηστο» εντός του Αφγανιστάν. Και όμως, μέσα στην ανεργία και την αβεβαιότητα, ο δεκάχρονος Άλι, που έμαθε κρίκετ σε προσφυγικό καταυλισμό στο Πακιστάν, ονειρεύεται να φορέσει κάποτε τη φανέλα της εθνικής ομάδας – μιας ομάδας που γεννήθηκε, ειρωνικά, στα ίδια αυτά στρατόπεδα προσφύγων, σύμφωνα με τους Financial Times.
Στο φόντο όλων αυτών, το ερώτημα για το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν παραμένει ανοικτό: θα αποτελέσει τάφο προσδοκιών για μια ολόκληρη γενιά ή θα καταφέρει να αξιοποιήσει την εμπειρία και τις δεξιότητες εκατομμυρίων ανθρώπων που γυρίζουν «σπίτι» χωρίς να γνωρίζουν αν αυτό το σπίτι τους χωρά;