Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, η Ουκρανία και η CIA βρίσκονται στο επίκεντρο μιας από τις πιο δραματικές, αλλά και παρεξηγημένες, ιστορίες σύγχρονης κατασκοπείας: μια εισβολή που προβλέφθηκε με εντυπωσιακή ακρίβεια αλλά δεν αποτράπηκε ποτέ.
Τους μήνες πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, η CIA και η MI6 συνέλεξαν ένα μωσαϊκό πληροφοριών που έδειχνε ξεκάθαρα ότι ο Πούτιν ετοίμαζε μια πλήρους κλίμακας επίθεση κατά της Ουκρανίας, με στόχο όχι απλώς το Ντονμπάς αλλά την ίδια το Κίεβο και την ανατροπή της κυβέρνησης Ζελένσκι. Δορυφορικές εικόνες, υποκλοπές ρωσικών στρατιωτικών επικοινωνιών και αναλύσεις από τα αμερικανικά και βρετανικά κέντρα πληροφοριών αποκάλυπταν σταδιακά ένα σχέδιο εισβολής από βορρά, ανατολή και νότο, με κρίσιμο κομμάτι την αεραπόβαση στο αεροδρόμιο Χοστόμελ, έξω από την ουκρανική πρωτεύουσα. Παρά τα «καμπανάκια» από την Ουάσινγκτον και το Λονδίνο, μεγάλα τμήματα της Ευρώπης, και κυρίως το Κίεβο, το Παρίσι και το Βερολίνο, αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι ο Ρώσος πρόεδρος ετοιμαζόταν να ανατινάξει την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας του 21ου αιώνα.
Πούτιν, Ουκρανία και CIA: η Προειδοποίηση που αγνοήθηκε
Το φθινόπωρο του 2021, όταν οι ρωσικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται μαζικά γύρω από τα ουκρανικά σύνορα, ο διευθυντής της CIA Ουίλιαμ Μπερνς πέταξε στη Μόσχα με εντολή του Τζο Μπάιντεν για να προειδοποιήσει προσωπικά τον Πούτιν για τις «καταστροφικές» συνέπειες μιας εισβολής. Η συνάντηση, που τελικά έγινε μόνο τηλεφωνικά, άφησε τον Μπερνς με τη βεβαιότητα ότι ο Ρώσος ηγέτης είχε ήδη πάρει την απόφασή του – μια βεβαιότητα που μετέφερε στον Λευκό Οίκο, λέγοντας στον Μπάιντεν ότι ο Πούτιν «θα το κάνει». Σχεδόν ταυτόχρονα, η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών, σε στενό συντονισμό με τη βρετανική MI6, άρχισε να «αποχαρακτηρίζει» πρωτοφανή όγκο απόρρητων δεδομένων, μοιράζοντάς τα με συμμάχους στο ΝΑΤΟ αλλά και δημοσιοποιώντας τμήματα μέσω μεγάλων μέσων ενημέρωσης, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει ότι ο κίνδυνος ήταν πραγματικός και άμεσος.
Ωστόσο, η σκιά του Ιράκ το 2003 βάραινε βαριά πάνω από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών. Η Γαλλία, η Γερμανία αλλά και κράτη της ανατολικής Ευρώπης, αν και έβλεπαν το ίδιο στρατιωτικό «pattern» στα σύνορα της Ουκρανίας, προτιμούσαν να ερμηνεύουν τη συγκέντρωση των ρωσικών στρατευμάτων ως μέσο πίεσης, όχι ως πρόλογο πολέμου. Οι δισταγμοί αυτοί ενισχύονταν από την πεποίθηση ότι ο Πούτιν, όσο αυταρχικός κι αν είχε γίνει, παρέμενε ένας κατ’ αρχήν «ορθολογικός» παίκτης, που δεν θα ριψοκινδύνευε μια τόσο παράτολμη επιχείρηση με αβέβαιο στρατιωτικό και πολιτικό αποτέλεσμα.
Πούτιν, Ουκρανία και CIA: Τυφλό το Κίεβο
Η μεγαλύτερη ίσως αποτυχία, όμως, δεν ήταν ευρωπαϊκή αλλά ουκρανική. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της CIA και της MI6, με αποστολές υψηλού επιπέδου στο Κίεβο, ακόμη και προσωπικές ενημερώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι από τον Μπερνς, η πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας παρέμενε πεπεισμένη ότι ο Πούτιν δεν θα τολμούσε μια γενικευμένη επίθεση. Ο Ζελένσκι, ο οποίος είχε εκλεγεί με σύνθημα την ειρήνη στο Ντονμπάς, φοβόταν ότι μια δημόσια εκστρατεία προετοιμασίας για πόλεμο θα προκαλούσε οικονομική κατάρρευση, φυγή κεφαλαίων και πανικό στον πληθυσμό – ακριβώς αυτό που θεωρούσε ότι επιδίωκε η Μόσχα για να γονατίσει την Ουκρανία χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα.
Έτσι, ενώ οι ουκρανικές υπηρεσίες ασφαλείας εντόπιζαν αυξημένη διείσδυση ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, προσπάθειες στρατολόγησης ουκρανών αξιωματούχων ακόμη και σε «τουριστικά» ταξίδια στην Τουρκία και την Αίγυπτο, καθώς και κινήσεις συγκρότησης μιας εσωτερικής «πέμπτης φάλαγγας», η πολιτική ελίτ στο Κίεβο μιλούσε ακόμη για «σαμποτάζ» και «εκφοβισμό» στο Ντονμπάς ως το χειρότερο πιθανό σενάριο. Μέχρι και δύο ημέρες πριν από την εισβολή, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Ουκρανίας δίσταζε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο, εγκρίνοντας μόνο «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ενώ κρίσιμες αναδιατάξεις δυνάμεων γίνονταν ημιπαράνομα, με πρωτοβουλία στρατηγών που φοβούνταν ότι αν διαψευδόταν ο συναγερμός θα διώκονταν πειθαρχικά.
Πούτιν, Ουκρανία και CIA: η δικαίωση και τα λάθη
Όταν τελικά ο Πούτιν ανακοίνωσε την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στις 24 Φεβρουαρίου 2022 και οι ρωσικοί πύραυλοι άρχισαν να πλήττουν στόχους σε ολόκληρη την Ουκρανία, η CIA και η MI6 φάνηκαν δικαιωμένες: είχαν προβλέψει την κλίμακα, τον χρονισμό και ακόμη και κρίσιμες λεπτομέρειες των πρώτων φάσεων της εισβολής καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία στον κόσμο – συμπεριλαμβανομένων πολλών κύκλων μέσα στο ίδιο το Κρεμλίνο που είχαν μείνει εκτός ενημέρωσης. Η επιτυχία αυτή αναβάθμισε θεαματικά το κύρος των αμερικανικών και βρετανικών υπηρεσιών στα μάτια πολλών συμμάχων, οι οποίοι, μετά τον πόλεμο, ζήτησαν στενότερη συνεργασία και πρόσβαση σε περισσότερα κοινά σχήματα ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με τον Guardian.
Ωστόσο, η ιστορία δεν ήταν μόνο θρίαμβος αλλά και προειδοποίηση για τα όρια της πληροφοριακής ισχύος. Η CIA και η MI6, όπως και ο ίδιος ο Πούτιν, υποτίμησαν δραματικά την αντοχή της ουκρανικής κοινωνίας και υπερεκτίμησαν την αποτελεσματικότητα του ρωσικού στρατού, θεωρώντας σχεδόν βέβαιο ότι το Κίεβο θα έπεφτε σε λίγες εβδομάδες και ότι η Δύση θα έπρεπε να οργανώσει μια αντιστασιακή εκστρατεία για μια «Ουκρανία εξόριστη» ή ένα μικρό εναπομείναν κρατίδιο στα δυτικά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, με εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσους στρατιώτες νεκρούς και τον Πούτιν να ελέγχει μόλις ένα επιπλέον 13% ουκρανικού εδάφους, η εικόνα που αναδύεται είναι μια διπλή αντίφαση: οι υπηρεσίες που είδαν αυτό που κανείς άλλος δεν ήθελε να δει, αλλά δεν μπόρεσαν να πείσουν ούτε τους συμμάχους τους ούτε να προβλέψουν την τροχιά ενός πολέμου που ακόμη συνεχίζεται.