Ήταν το 1981, όταν ο Γουόρεν Άντλερ έγραψε το μυθιστόρημα «Ο Πόλεμος των Ρόουζ», το οποίο το 1989 μεταφέρθηκε από τον Ντάνι Ντε Βίτο στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνιστές τους αξεπέραστους Μάικλ Ντάγκλας και Κάθλιν Τέρνερ. Η ταινία γνώρισε απίστευτη επιτυχία και μέχρι σήμερα μνημονεύεται κάθε φορά που θέλουμε να περιγράψουμε με δύο λόγια έναν τοξικό χωρισμό.

Ο αυθεντικός «Πόλεμος των Ρόουζ» άφησε επίσης και το δικό του αποτύπωμα στη μαύρη κωμωδία. Οπότε, καταλαβαίνει κανείς πως το να επιθυμείς να κάνεις το ριμέικ του – έστω και μετά από 36 χρόνια – είναι παρακινδυνευμένο. Ρίσκο. Αλλά ο Τζέι Ρόουτς έχοντας εμπειρία από το «Austin Powers» και τον «Γαμπρό της Συμφοράς», το πήρε. Και αποδεικνύεται πως τελικά δεν ήταν και τόσο μεγάλο το ρίσκο να κάνει το ριμέικ της εμβληματικής ταινίας, αφού στο στήσιμο των δικών του «Ρόουζ» έχει το άψογο σενάριο του Τόνι Μακναμάρα (υπεύθυνος για τα εξαιρετικά σενάρια της Ευνοούμενης και του Poor Things του Γιώργου Λάνθιμου) με τη βιτριολική πένα. Και φυσικά τους δύο απίστευτους πρωταγωνιστές, Ολίβια Κόλμαν και Μπένεντικτ Κάμπερμπατς.

Ναι, μπορεί η σύγκριση με τον αυθεντικό «Πόλεμο των Ρόουζ» να είναι αναπόφευκτη και αρκετοί να περίμεναν το κάτι παραπάνω ή να θεωρούν ότι δεν έφτασαν την αρχική εκδοχή, όμως ας μην αδικούμε και τους σύγχρονους «Ρόουζ». Η προσπάθεια είναι παραπάνω από καλή και αν δεν υπήρχε ο προκάτοχος, αλλά έβγαινε τώρα για πρώτη φορά, θα μιλούσαμε για την τέλεια περιγραφή ενός προβληματικού γάμου σήμερα που καταλήγει σε ένα επεισοδιακό τέλος.

Η υπόθεση

Η ζωή φαίνεται εύκολη για το φαινομενικά τέλειο ζευγάρι Ivy (Olivia Colman) και Theo (Benedict Cumberbatch): επιτυχημένες καριέρες, ένας αγαπημένος γάμος, υπέροχα παιδιά. Όμως πίσω από τη βιτρίνα της ιδανικής τους ζωής, μια καταιγίδα πλησιάζει – καθώς η καριέρα του Theo καταρρέει ενώ οι φιλοδοξίες της Ivy απογειώνονται, ένα εκρηκτικό μείγμα ανταγωνισμού και κρυμμένης δυσαρέσκειας φουντώνει.

Είδαμε την ταινία «Ρόουζ εναντίον Ρόουζ» και αυτές είναι οι εντυπώσεις μας:

Τι μας άρεσε

Το σενάριο: Δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο από τον Τόνι Μακναμάρα. Χτίζει σωστά τη σχέση του ζευγαριού, που ξεκινάει τρελά από ένα one night stand στην αποθήκη του εστιατορίου όπου εργάζεται η Ίβι για να εξελιχθεί σύντομα σε γάμο με δύο παιδιά, στην Αμερική και να καταλήξει σε έναν επεισοδιακό χωρισμό γεμάτο μίσος και αλληλοσπαραγμό, αλλά και μεγάλες αλήθειες για τις σύγχρονες σχέσεις. Το βιτριολικό χιούμορ του Μακναμάρα πρωταγωνιστεί στην ταινία σε ένα πραγματικά αστείο σενάριο, με φαρμακερές ατάκες, που δεν περιορίζονται μόνο στη σχέση του ζευγαριού, αλλά καυτηριάζουν και κοινωνικά/πολιτικά θέματα με έναν ευφυή τρόπο. Ωστόσο, φεύγοντας από το σινεμά, έχεις την αίσθηση ότι κάτι έλειπε, ήθελες το κάτι παραπάνω.

Ολίβια Κόλμαν – Μπένεντικτ Κάμπερμπατς: Το δίδυμο που δεν περιμέναμε ότι θα έδενε τόσο πολύ, στην πρώτη τους κιόλας κινηματογραφική συνεργασία. Οι δυο τους είναι φίλοι στην πραγματικότητα και αυτή η εκτός πλατό σχέση τους, αντικατοπτρίζεται στη μεγάλη οθόνη. Η Κόλμαν είναι μοναδική και στην κωμωδία και είναι απίστευτο το πόσο αβίαστα της βγαίνουν οι βωμολοχίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καλύτερη επιλογή για να υποδυθεί την Βρετανίδα Ίβι, που από νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, κάνει πραγματικότητα το όνειρό της και γίνεται διάσημη σεφ. Ο Κάμπερμπατς μπορεί να μην έχει τη φυσικότητα της Κόλμαν στην κωμωδία, αλλά είναι εξαιρετικός και αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από τη συμπρωταγωνίστριά του. Ιδανικός στον ρόλο του επίσης Βρετανού αρχιτέκτονα που βλέπει το αμερικανικό όνειρο το δικό του να γκρεμοτσακίζεται με την πρώτη μεγάλη καταιγίδα και την ίδια στιγμή να παίρνει σάρκα και οστά το όνειρο της γυναίκας του. Οι σκηνές, δε, που πια το ανδρόγυνο χωρίζει και ξεκινάει ο πόλεμος, είναι απολαυστικές με τους δύο πρωταγωνιστές να «κεντάνε».

Το υπόλοιπο καστ: Μας αρέσει που δίνεται χώρος και στους υπόλοιπους ηθοποιούς της ταινίας, οι οποίοι όλοι τους είναι εξαιρετικοί και σε κάποιες σκηνές «κλέβουν» την παράσταση ακόμη και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Ειδικά οι Άντι Σάμπεργκ και Κέιτ ΜακΚίνον που υποδύονται το ζευγάρι φίλων των Ρόουζ είναι απολαυστικοί.

Ταυτίζεσαι περισσότερο με τους ήρωες: Δε λέμε ότι θα φτάσουμε να πετάμε μαχαίρια ο ένας στον άλλον ή να σπάμε το συλλεκτικό τραπέζι και να κατεδαφίζουμε τη στέγη του πανάκριβου σπιτιού μας, αλλά αν μη τι άλλο οι νέοι «Ρόουζ» είναι πιο κοντά στο κοινό απ’ ότι ήταν ο Μάικλ Ντάγκλας και η Κάθλιν Τέρνερ, οι οποίοι ήταν πολύ πλούσιοι και πολλοί «μεγαλοαστοί» τύποι για τα δεδομένα μας. Και η Κόλμαν με τον Κάμπερμπατς πλουτίζουν και αποκτούν ένα ονειρικό σπίτι, αλλά είναι καθημερινοί τύποι, ένα ζευγάρι από εμάς, με κοινά προβλήματα και υποχρεώσεις, όπως το μεγάλωμα των παιδιών, οι αγωνίες της καθημερινότητας, η ανεργία κ.α.

Τι δεν μας άρεσε

Η σκηνοθεσία: Ο Τζέι Ρόουτς κάνει μία τίμια προσπάθεια, δεν το συζητάμε και σίγουρα ξέρει από κωμωδία ή καλύτερα από φαρσοκωμωδία. Αλλά στο «Ρόουζ εναντίον Ρόουζ» μοιάζει σαν να μπλόκαρε με το σενάριο του Μακναμάρα και η ματιά η δική του να μη συναντήθηκε όλες τις φορές με εκείνη του σεναριογράφου, που δεν είναι τόσο… απλοϊκή. Επίσης, σαν να δίστασε να αναμετρηθεί με τις ακραίες συμπεριφορές των πρώτων «Ρόουζ», με αποτέλεσμα το ριμέικ να είναι περισσότερο ρομαντική παρά μαύρη κωμωδία. Δεν θα κάνουμε τη σύγκριση με τον Ντάνι Ντε Βίτο, γιατί είναι σαν τη νύχτα με τη μέρα.

Ρόουζ εναντίον Ρόουζ: Η αρχική ταινία είναι ο ορισμός της μαύρης κωμωδίας, με ένα απίστευτο βιτριολικό και διαχρονικό χιούμορ. Και μπορεί να έχουν περάσει 36 χρόνια από την πρώτη προβολή της, όμως, μέχρι και σήμερα τα ζητήματα που θίγει παραμένουν επίκαιρα, όπως και ο σαρκασμός με τον οποίο τα προσεγγίζει. Στο ριμέικ έχουμε επίσης μια σαρκαστική ματιά, οι διάλογοι είναι πιο πνευματώδεις, αλλά αισθάνεσαι πως λείπει αυτό το κάτι, που θα απογειώσει το αποτέλεσμα. Ειδικά, όταν φτάνουμε στο «ψητό», δηλαδή τον «πόλεμο» που τελικά δεν είναι τόσο επώδυνος όσο εκείνος των πρώτων Ρόουζ, που άφησε και το κινηματογραφικό του αποτύπωμα.

Σκηνοθεσία: Τζέι Ρόουτς
Σενάριο: Τόνι ΜακΝαμάρα
Μουσική: Θίοντορ Σαπίρο
Πρωταγωνιστούν: Ολίβια Κόλμαν, Άντι Σάμπεργκ, Άλισον Τζάνεϊ, Σουνίτα Μάνι, Ενκούτι Γκάτγουα, Τζέιμι Ντεμετρίου, Ζόι Τσάο, Κέιτ ΜακΚίνον
Διάρκεια: 106 λεπτά
Η.Π.Α., Ηνωμένο Βασίλειο, 2025
Διανομή: Feelgood