Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται αυτή την περίοδο ένα φιλόδοξο σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών σε συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο αφορά την αναβάθμιση της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, εκεί που είχαν μετασταθμεύσει προ εβδομάδων και τα δύο ζεύγη ελληνικών F-16 για την προστασία της Μεγαλονήσου.

Το σχέδιο έχει ορίζοντα επταετίας και ο συνολικός προϋπολογισμός του εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 200 εκατομμύρια δολάρια, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι συζητήσεις ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Λευκωσία βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, κυρίως ως προς τη χρηματοδότηση και την τελική κατανομή του κόστους. Η βασική ιδέα είναι η σταδιακή μετατροπή της βάσης σε έναν πλήρως ανεπτυγμένο αεροπορικό κόμβο, ο οποίος θα μπορεί να υποστηρίζει μεγάλο εύρος στρατιωτικών αεροσκαφών. Μεταξύ αυτών θα περιλαμβάνονται βαρέα μεταγωγικά όπως τα C-17, αεροσκάφη ανεφοδιασμού KC-135, αλλά και μαχητικά αεροσκάφη που θα μπορούν να επιχειρούν ή και να σταθμεύουν μόνιμα στην Κύπρο.

Τα έργα αναμένεται να ξεκινήσουν το 2027 και θα αφορούν τόσο την κύρια βάση στην Πάφο όσο και το ελικοδρόμιο στο Μαρί, με την αναβάθμιση να μην αφορά μόνο υποδομές, αλλά και την επιχειρησιακή λειτουργία της εγκατάστασης. Ήδη μάλιστα βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πρώτο στάδιο εργασιών, το οποίο περιλαμβάνει την εγκατάσταση νέων αμερικανικών ραντάρ τελευταίας τεχνολογίας. Παράλληλα, προωθείται η ανάπτυξη ενός ενιαίου συστήματος αεράμυνας, που θα επιτρέπει τη διασύνδεση αμερικανικών αντιπυραυλικών συστημάτων με αυτά της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου. Σε πρώιμο επίπεδο πάντως, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, μια τέτοια συνεργασία έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί, λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.

Σημαντικό στοιχείο του σχεδίου είναι ότι η βάση δεν θα περάσει σε αμερικανικό έλεγχο. Θα παραμείνει υπό την κυριαρχία και τη διοίκηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Εθνικής Φρουράς. Δηλαδή, οι ΗΠΑ θα έχουν πρόσβαση και επιχειρησιακή χρήση, αλλά όχι κυριαρχικά δικαιώματα. Αυτό θεωρείται κρίσιμο για τη Λευκωσία, καθώς συνδέεται με τις ευαισθησίες του Κυπριακού ζητήματος και το γεγονός ότι το νησί παραμένει διαιρεμένο από το 1974.

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική των ΗΠΑ να μειώσουν την εξάρτησή τους από άλλες βάσεις στην περιοχή, ιδίως από την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η βάση του Ιντσιρλίκ στην Τουρκία παραμένει κομβική για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, όμως οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Άγκυρας έχουν κατά καιρούς περάσει κρίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το 2016, όταν κατά τη διάρκεια του αποτυχημένου πραξικοπήματος στην Τουρκία υπήρξαν περιορισμοί στην παροχή ηλεκτροδότησης της βάσης, γεγονός που προκάλεσε έντονο προβληματισμό στις ΗΠΑ.

Σήμερα, η Κύπρος εμφανίζεται να αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο σε αυτό το νέο επιχειρησιακό πλέγμα. Θυμίζουμε ότι στο νησί υπάρχουν ήδη οι βρετανικές κυρίαρχες βάσεις στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, που χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Η προσθήκη μιας ισχυρής αμερικανικής παρουσίας δημιουργεί πλέον ένα πιο σύνθετο και πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα στην Ανατολική Μεσόγειο που ενδέχεται να προστατεύει την Κύπρο και από όσους την επιβουλεύονται.

Η γεωγραφική θέση της Κύπρου θεωρείται καθοριστική, γι’ αυτό και γίνονται αυτές οι επενδύσεις. Το νησί βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής και για αυτόν τον λόγο έχει διαχρονικά υψηλή στρατηγική σημασία. Θεωρείται ένα μεγάλο σταθερό αεροπλανοφόρο, τρόπον τινά. Οι βρετανικές βάσεις έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις της Δύσης, από τον Πόλεμο του Κόλπου έως τις επεμβάσεις σε Ιράκ και Συρία, γεγονός που έχει επιβεβαιώσει τον ρόλο της Κύπρου ως επιχειρησιακού κόμβου.

Να σημειωθεί, τέλος, πως το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για στρατιωτική παρουσία στο νησί δεν είναι νέο. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν σχεδιασμοί για πιθανή εμπλοκή, όμως το Κυπριακό ζήτημα, ο Ψυχρός Πόλεμος και οι ισορροπίες στην περιοχή είχαν τότε μπλοκάρει κάθε σχετική εξέλιξη. Σήμερα, το νέο σχέδιο παρουσιάζεται ως μια καθυστερημένη αλλά πιο ώριμη γεωστρατηγική επιλογή.