Τον Ιανουάριο 2026 ο Ντόναλντ Τραμπ, μαζί με τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ και την οικογενειακή εταιρεία, κατέθεσαν αγωγή κατά της αμερικανικής Εφορίας (IRS), ζητώντας τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια αποζημιώσεις. Υποστήριζαν ότι η IRS και το υπουργείο Οικονομικών δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποτρέψουν την παράνομη πρόσβαση και διαρροή των φορολογικών του στοιχείων από τον εξωτερικό συνεργάτη Τσαρλς Λίτλτζον προς New York Times και ProPublica το 2019–2020.
Ο Λίτλτζον, πρώην εργολάβος της IRS, παραδέχτηκε την ενοχή του και καταδικάστηκε το 2024 σε πέντε χρόνια φυλάκιση, καθώς διέρρευσε όχι μόνο τα φορολογικά στοιχεία του Τραμπ αλλά και χιλιάδων εύπορων Αμερικανών. Τα δημοσιεύματα είχαν αποκαλύψει ότι για πολλά χρόνια ο Τραμπ κατέβαλε ελάχιστους ή καθόλου ομοσπονδιακούς φόρους εισοδήματος.
Γιατί η υπόθεση θεωρήθηκε νομικά «πρωτοφανής»
Η αγωγή κατατέθηκε από τον Τραμπ υπό την ιδιότητα του ιδιώτη ενάγοντος, παρότι είναι εν ενεργεία πρόεδρος, κάτι που έθεσε σπάνια νομικά ζητήματα για το κατά πόσο ένας πρόεδρος μπορεί να στραφεί δικαστικά εναντίον της ίδιας της ομοσπονδιακής του κυβέρνησης. Η αξίωση των 10 δισ. δολαρίων βασίστηκε σε μια πολύ επιθετική ερμηνεία διατάξεων του φορολογικού δικαίου: η πλευρά Τραμπ υποστήριξε ότι κάθε αναγνώστης των δημοσιευμάτων που είδε τα δεδομένα συνιστά ξεχωριστή παράνομη «γνωστοποίηση» με αποζημίωση 1.000 δολάρια, άρα άθροισμα δισεκατομμυρίων.
Μια ομάδα πρώην υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου πρώην διοικητή της IRS, παρενέβη με νομικό υπόμνημα επισημαίνοντας ότι η αγωγή έχει «σοβαρές νομικές αδυναμίες» και κινδυνεύει να εξελιχθεί σε «συμπαιγνιακή δίκη», καθώς ο πρόεδρος ουσιαστικά μηνύει την κυβέρνηση που ο ίδιος διοικεί.
Παράλληλα, η δικαστής του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου στο Μαϊάμι εξέφραζε επιφυλάξεις για το αν οι διάδικοι πληρούν την προϋπόθεση των «πραγματικά αντίδικων» (adverse parties), που απαιτεί το Σύνταγμα για να υπάρξει ομοσπονδιακή δικαιοδοσία, και είχε ορίσει δικάσιμο στις 27 Μαΐου για να αποφανθεί αν θα απορρίψει την υπόθεση.
Πολιτικό πλαίσιο: «weaponization» και πιθανός συμβιβασμός
Ο Τραμπ υποστηρίζει διαρκώς ότι οι ομοσπονδιακοί θεσμοί, συμπεριλαμβανομένης της IRS και του υπουργείου Δικαιοσύνης, έχουν «εργαλειοποιηθεί» από τους πολιτικούς του αντιπάλους, και χρησιμοποιεί τον δικαστικό δρόμο για να ζητά αποζημιώσεις και να εμφανίζεται ως θύμα διώξεων. Στο ίδιο πλαίσιο είχε ζητήσει και περίπου 230 εκατ. δολάρια από το υπουργείο Δικαιοσύνης για τις έρευνες σε βάρος του (Mar‑a‑Lago, Ρωσία κ.λπ.), επίσης χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Τις τελευταίες ημέρες, αμερικανικά ΜΜΕ μετέδωσαν ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης εξετάζει μια συνολική συμφωνία με αντάλλαγμα τη δημιουργία ειδικού ταμείου 1,7 δισ. δολαρίων, που θα αποζημιώνει πρόσωπα και οργανισμούς που ισχυρίζονται ότι στοχοποιήθηκαν πολιτικά (μεταξύ αυτών και συμμάχους του Τραμπ και μέρος των κατηγορούμενων για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου). Η οικειοθελής απόσυρση της αγωγής κατά της IRS, όπως προκύπτει από το σημερινό δικόγραφο, εντάσσεται σε αυτό το σκηνικό, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί επίσημος όρος συμβιβασμού.