Η περίπτωση της Γουέντι Ντάφι δεν μοιάζει με καμία άλλη που έχει απασχολήσει τη διεθνή επικαιρότητα γύρω από το δικαίωμα στον θάνατο και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Η 56χρονη γυναίκα από τα Μίντλαντς της Βρετανίας, με προϋπηρεσία ετών στον τομέα της φροντίδας υγείας, δεν πάσχει από κάποια ανίατη νόσο, ούτε βρίσκεται σε τελικό στάδιο ασθένειας. Παρόλα αυτά, έχει ήδη δρομολογήσει τις διαδικασίες για να βάλει τέλος στη ζωή της σε ελβετική κλινική.

Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση Βρετανίδας πολίτη που επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά και επώνυμα για το σχέδιό της πριν αυτό πραγματοποιηθεί, προκαλώντας μια έντονη ηθική και κοινωνική συζήτηση.

Η Γουέντι κατέβαλε το ποσό των 10.000 λιρών για τις υπηρεσίες της κλινικής, θεωρώντας πως η ύπαρξή της έπαψε να έχει νόημα πριν από τέσσερα χρόνια, όταν έχασε τον μοναχογιό της, Μάρκους.

«Θα έχω ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου»

Αύριο η Γουέντι πρόκειται να πεθάνει και παραμένει αμετακίνητη. Σε μια εξομολόγηση που συγκλονίζει, ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται για μια παρορμητική κίνηση, αλλά για μια συνειδητή επιλογή που πηγάζει από την εσωτερική της ανάγκη για λύτρωση.

«Δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Ξέρω ότι είναι δύσκολο για σένα, αγαπημένη μου. Θα είναι δύσκολο για όλους. Αλλά θέλω να πεθάνω και αυτό πρόκειται να κάνω. Και θα έχω ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου όταν το κάνω, οπότε σε παρακαλώ να είσαι χαρούμενη για μένα. Η ζωή μου, η επιλογή μου», είπε κατά την διάρκεια συνέντευξης με την δημοσιογράφο της Daily Mail, Jenny Johnson.

Η ίδια μάλιστα δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «ανυπομονώ», περιγράφοντας την προσμονή της για τη στιγμή που θα σταματήσει να πονά ψυχικά.

Το μοιραίο σάντουιτς και ο εφιάλτης στο σαλόνι

Η αρχή του τέλους για τη Γουέντι γράφτηκε με τον πιο τραγικό και αναπάντεχο τρόπο. Ο γιος της, Μάρκους, ένας δραστήριος νέος 23 ετών, επέστρεψε στο σπίτι μετά από μια νυχτερινή έξοδο. Ενώ η μητέρα του ετοίμαζε το μεσημεριανό, εκείνος της ζήτησε να του φτιάξει ένα σάντουιτς με τυρί και κρεμμύδι.

«Βάλε και μερικά από εκείνα τα ντοματίνια στο δικό μου», ήταν τα τελευταία του λόγια.

Η Γουέντι έκοψε τα ντοματίνια στη μέση, όπως έκανε πάντα, και του άφησε το πιάτο. Όταν επέστρεψε στο σαλόνι λίγο αργότερα, βρήκε τον γιο της μελανιασμένο στον καναπέ. Η πρώτη της σκέψη, λόγω της ιατρικής της εμπειρίας, ήταν ότι πρόκειται για ανακοπή.

«Σκέφτηκα: “Είναι η καρδιά του”».

Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειές της να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και την άμεση επέμβαση των διασωστών, η αλήθεια αποδείχθηκε πιο σκληρή: μισό ντοματίνι είχε σφηνωθεί στην τραχεία του, προκαλώντας του ασφυξία. Ο Μάρκους έμεινε εγκεφαλικά νεκρός για πέντε ημέρες, πριν η οικογένεια αποφασίσει τη διακοπή της μηχανικής υποστήριξης.

Η ζωή μετά τον Μάρκους: Ένα κενό που δεν έκλεισε

Μετά την απώλεια, η Γουέντι προσπάθησε να βρει παρηγοριά στη δωρεά οργάνων του γιου της. Η καρδιά του Μάρκους έδωσε ζωή σε έναν πατέρα που πλέον μπορεί να παίζει με τα παιδιά του, ενώ ένας άλλος λήπτης ήταν ένα παιδί μόλις τεσσάρων ετών.

«Αυτό ήταν μια παρηγοριά, αλλά ταυτόχρονα με διέλυσε», ομολογεί η ίδια.

Παρά τα χρόνια ψυχοθεραπείας και τη φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά, η Γουέντι δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει στην κανονικότητα. Η καθημερινή της ρουτίνα περιλάμβανε επισκέψεις στο γραφείο τελετών για να κάθεται δίπλα στον γιο της, ακούγοντας τις αγαπημένες του λίστες στο Spotify.

Σήμερα, το ταξίδι της προς την Ελβετία αποτελεί για εκείνη την οριστική φυγή από έναν κόσμο στον οποίο νιώθει ξένη. Η απόφασή της να τερματίσει τη ζωή της όντας σωματικά υγιής, θέτει εκ νέου το ερώτημα: Ποιος ορίζει το τέλος όταν η ψυχική οδύνη γίνεται αβάσταχτη;