Ο άλλοτε νεαρός φιλελεύθερος, Βίκτορ Όρμπαν που το 1989 φώναζε από το βήμα της κηδείας του Ίμρε Νάγκι «Ρώσοι, έξω από την Ουγγαρία», έχει μετατραπεί σήμερα στον πιο αξιόπιστο πολιτικό σύμμαχο του Βλαντίμιρ Πούτιν μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπλοκάροντας ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία και ξαναδένoντας τη Βουδαπέστη στο άρμα της Μόσχας.

Η θεαματική πολιτική μεταμόρφωση του Βίκτορ Ορμπάν ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ο φοιτητοπαρέας-κορμός του Fidesz, ένα φιλελεύθερο, αντι-κομμουνιστικό κόμμα νεολαίων διανοουμένων, μπαίνει στη Βουλή και ο ίδιος αναλαμβάνει την ηγεσία του κόμματος. Σταδιακά, εκκαθαρίζει όσους αμφισβητούν τις επιλογές του, μετακινεί το Fidesz από τον φιλελεύθερο χώρο στον εθνικo-συντηρητικό και ταυτίζει την πορεία του κόμματος με τη δική του προσωπική πολιτική διαδρομή, με κεντρικό κίνητρο, όπως λένε πρώην συνοδοιπόροι του, την «βούληση για εξουσία».

Η επιστροφή στην εξουσία το 2010 τον βρίσκει αποφασισμένο «να μην ξαναχάσει»: ξαναγράφει το Σύνταγμα, τροποποιεί βασικούς νόμους, περιορίζει τα αντίβαρα, αποδυναμώνει τη δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ και «στρίβει» το εκλογικό σύστημα υπέρ του. Η κορύφωση της στροφής του προς τη Ρωσία έρχεται το 2014, όταν υπογράφει με το Κρεμλίνο μια γιγαντιαία συμφωνία δανεισμού για την επέκταση του πυρηνικού σταθμού Paks II, ενώ λίγους μήνες αργότερα διακηρύσσει ανοιχτά ότι θέλει να οικοδομήσει στην Ουγγαρία ένα «ανελεύθερο κράτος», με πρότυπο, μεταξύ άλλων, την Ρωσία του Πούτιν.

Ορμπάν, «illiberal» ηγέτης και «φίλος» του Πούτιν

Η πολιτική ιδεολογική «μετάλλαξη» του Ορμπάν δεν ήταν αστραπιαία, αλλά σταδιακή, με διαδοχικές στροφές: από φιλελεύθερος, σε εθνικιστή-συντηρητικό, σε σημείο αναφοράς της ευρωπαϊκής alt-right και αγαπημένο συνομιλητή του Donald Trump. Παλιoί σύντροφοί του, όπως η Ζζουζάνα Σελένι και ο Πέτερ Μόλναρ, θυμούνται έναν φιλόδοξο, εργατικό, «διψασμένο» για ισχύ πολιτικό, ο οποίος μελέτησε προσεκτικά δεξιά πρότυπα στο εξωτερικό – από τους Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ έως τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία.

Το ουγγρικό success story του Ορμπάν στηρίζεται σε μια επιδέξια εκμετάλλευση ιστορικών τραυμάτων και φοβιών: από τη διάλυση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και την απώλεια εδαφών μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι την εξέγερση του 1956 και τα χρόνια σοβιετικής κηδεμονίας. Στην πολιτική του ρητορική, η χώρα εμφανίζεται διαρκώς «πολιορκημένη» από ισχυρότερους γείτονες, υπερεθνικά κέντρα και «σκοτεινές δυνάμεις», με τον ίδιο να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που θα «ξανακάνει την Ουγγαρία μεγάλη» – έστω κι αν, όπως λέει πρώην συναγωνιστής του, «δεν μπορεί να την κάνει μεγαλύτερη, ίσως όμως νομίζει ότι μπορεί να την κάνει σπουδαιότερη».

Ορμπάν, Βρυξέλλες και «κακός εχθρός»

Η σχέση του Ορμπάν με την ΕΕ επιδεινώθηκε ραγδαία μετά την προσφυγική κρίση του 2015, όταν συγκρούστηκε ανοιχτά με τη γραμμή της Κομισιόν για τη μετανάστευση, υψώνοντας φράχτες και καλλιεργώντας την ατζέντα της «μαζικής παράνομης μετανάστευσης». Από εκείνο το σημείο και μετά, όπως σημειώνει ο σύμμαχός του Φρανκ Φουρέντι, στις Βρυξέλλες κυριάρχησε η αντίληψη ότι «κάθε τι που κάνει ο Ορμπάν είναι ασυγχώρητο», ενώ στην ουγγρική κυβερνητική αφήγηση οι Βρυξέλλες άρχισαν να παίρνουν τη θέση της Μόσχας ως «δύναμη κατοχής», όπως γράφει το Politico.

Στο εσωτερικό, η στρατηγική της διαρκούς «πολιορκίας» αποδίδει: στην κοσμοπολίτικη Βουδαπέστη, πολλοί αποστρέφονται τη ρωσοφιλία του, αλλά στην επαρχία ο φόβος ότι η Ουγγαρία μπορεί να «συρθεί σε πόλεμο» από τις μεγάλες δυνάμεις τροφοδοτεί την επιρροή του. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο ΕΕ, ο Ορμπάν παίζει τον ρόλο του «χαλασμένου κρίκου» στην αλυσίδα της ευρωπαϊκής απάντησης απέναντι στη Μόσχα: μπλοκάρει δάνεια-οξυγόνο για το Κίεβο, οχυρώνεται πίσω από το βέτο και επιτρέπει σε έναν πρόεδρο σε πόλεμο με τη Δύση, τον Πούτιν, να έχει έναν σταθερό φίλο μέσα στο ευρωπαϊκό κλαμπ.