Οι ισορροπίες ισχύος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δοκιμάζονται, καθώς ομάδα κρατών-μελών απειλεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της ΕΕ εναντίον της Κομισιόν για τη συμφωνία-πλαίσιο που ενισχύει τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία.
Στην καρδιά της σύγκρουσης βρίσκεται η δέσμευση της Κομισιόν να αντιμετωπίζει ισότιμα Συμβούλιο και Κοινοβούλιο, κάτι που οι πρωτεύουσες θεωρούν αντίθετο με τις Συνθήκες και τις παραδοσιακές προνομίες των κυβερνήσεων.
Σύμφωνα με επιστολή που αναμένεται να εγκριθεί από τα κράτη-μέλη, οι κυβερνήσεις εκφράζουν «ισχυρές επιφυλάξεις» για τη συμφωνία Κομισιόν–Ευρωκοινοβουλίου, η οποία δίνει στο Κοινοβούλιο μεγαλύτερο λόγο στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
Οι χώρες υπογραμμίζουν ότι οι ιδρυτικές Συνθήκες αποδίδουν περισσότερο βάρος στο Συμβούλιο, και απορρίπτουν την έννοια της απόλυτης «ισότητας μεταχείρισης» με το Κοινοβούλιο όπως υποσχέθηκε η Κομισιόν. Ειδικά ευαίσθητο θεωρείται το προηγούμενο της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur, την οποία οι ευρωβουλευτές μπλόκαραν, παγώνοντας μια διαπραγμάτευση 25 ετών που οι κυβερνήσεις θεωρούσαν κλεισμένη υπόθεση.
Η ΕΕ, η Κομισιόν και η μάχη για τις αρμοδιότητες
Η επιστολή προειδοποιεί ότι, εάν η Κομισιόν και το Ευρωκοινοβούλιο δεν τροποποιήσουν τα «προβληματικά» σημεία της συμφωνίας, το Συμβούλιο «επιφυλάσσεται του δικαιώματός του» να κινηθεί νομικά ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ για να υπερασπιστεί τις αρμοδιότητές του. Στο στόχαστρο των κυβερνήσεων βρίσκεται ιδίως η πρόβλεψη για «ίση μεταχείριση» Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, αλλά και η ενισχυμένη εμπλοκή των ευρωβουλευτών σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και εμπορικές συμφωνίες. Οι χώρες αντιτίθενται στην παρουσία μελών του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις, επιμένοντας ότι οι Συνθήκες του αναγνωρίζουν μόνο «δικαίωμα ενημέρωσης» και όχι συμμετοχή σε συντονιστικές συναντήσεις.
Επιπλέον, τα κράτη-μέλη απορρίπτουν ρήτρα που θα υποχρέωνε την Κομισιόν να ζητά έγκριση του Ευρωκοινοβουλίου για την προσωρινή εφαρμογή εμπορικών συμφωνιών, μια αρμοδιότητα που μέχρι σήμερα ανήκει αποκλειστικά στο Συμβούλιο. Αντίστοιχες ενστάσεις εγείρονται και για τη δέσμευση της Κομισιόν να αιτιολογεί αναλυτικά τη χρήση του άρθρου 122, μέσω του οποίου Κομισιόν και Συμβούλιο μπορούν να παρακάμπτουν το Κοινοβούλιο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως έγινε με το πρόγραμμα SAFE για την άμυνα. Οι κυβερνήσεις θεωρούν ότι αυτή η υποχρέωση περιορίζει τα προνόμια του Συμβουλίου και αλλοιώνει την ισορροπία των θεσμών όπως ορίζεται από τις Συνθήκες.
ΕΕ – Κομισιόν: Δημοκρατική λογοδοσία ή θεσμική εκτροπή;
Στον αντίποδα, ο Γερμανός ευρωβουλευτής Σβεν Ζίμον, επικεφαλής των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία από πλευράς Ευρωκοινοβουλίου, απορρίπτει τις κατηγορίες περί «θεσμικής εκτροπής». Υποστηρίζει ότι το κείμενο ευθυγραμμίζεται με το δίκαιο της ΕΕ, ενισχύει τη δημοκρατική λογοδοσία και δεν δίνει λόγο ανησυχίας για τυχόν διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τον ίδιο, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι κυβερνήσεις εγκλωβίζονται σε «θεσμική άμυνα» και εθνικά αντανακλαστικά, αντί να επικεντρώνονται στη συλλογική ευθύνη για μια ΕΕ πιο ικανή, διαφανή και κοντά στους πολίτες.
Η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Κομισιόν και Ευρωκοινοβουλίου, την οποία υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο η Ρομπέρτα Μέτσολα και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μετά από εννιά μήνες διαπραγματεύσεων, προβλέπει ότι η Κομισιόν θα αιτιολογεί ειδικά κάθε φορά που απορρίπτει αίτημα του Κοινοβουλίου για κατάθεση νομοθετικής πρότασης, σύμφωνα με το Politico.
Παράλληλα, δεσμεύεται να στηρίζει τεχνικά και οικονομικά πιλοτικά νομοθετικά σχέδια των ευρωβουλευτών, κάτι που, σύμφωνα με τα κράτη-μέλη, κινδυνεύει να μετατρέψει την Κομισιόν από ουδέτερο «έντιμο μεσολαβητή» σε παράγοντα που ευνοεί τη μία πλευρά – το Κοινοβούλιο – εις βάρος του Συμβουλίου. Το ζήτημα θα βρεθεί στο τραπέζι των πρεσβευτών της ΕΕ, με την κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου να επιδιώκει έγκριση της επιστολής και πολιτική συζήτηση για το πώς θα αποτραπεί μια ανοιχτή θεσμική κρίση.