Ένα οστό από πόδι ελέφαντα που εντοπίστηκε από αρχαιολόγους στη νότια Ισπανία ενδέχεται να αποτελεί το πρώτο απτό αρχαιολογικό τεκμήριο ότι πολεμικοί ελέφαντες διέσχισαν την αρχαία Ευρώπη. Σύμφωνα με ακαδημαϊκούς, το εύρημα μπορεί να συνδέεται άμεσα με το θρυλικό στράτευμα του Καρχηδόνιου στρατηγού Αννίβα, ο οποίος έμεινε στην Ιστορία για τη χρήση ελεφάντων στις πολεμικές του εκστρατείες.
Για δεκαετίες, απεικονίσεις και γραπτές αναφορές σχετικά με τους πολέμους του Αννίβα κατά των Ρωμαίων υποστήριζαν ότι τα τεράστια αυτά ζώα χρησιμοποιήθηκαν σε μάχες, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν υπήρχε κανένα αδιάσειστο υλικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τις θεωρίες. Το νέο εύρημα φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα, καθώς σκελετικά κατάλοιπα ελέφαντα εντοπίστηκαν σε ανασκαφή της Εποχής του Σιδήρου κοντά στην Κόρδοβα.
Όπως σημειώνει η ερευνητική ομάδα σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Archaeological Science: Reports, «πέρα από το ελεφαντόδοντο, η ανακάλυψη καταλοίπων ελέφαντα σε ευρωπαϊκά αρχαιολογικά συμφραζόμενα είναι εξαιρετικά σπάνια». Η διαπίστωση αυτή προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο εύρημα, καθώς πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φορές που τέτοιο υλικό εντοπίζεται στην Ευρώπη.
Ο Αννίβας θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους στρατιωτικούς διοικητές της αρχαιότητας. Οδήγησε το στράτευμά του από την ισχυρή αυτοκρατορική πόλη της Καρχηδόνας, στη σημερινή Τυνησία, προς την Ευρώπη, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να ελέγξει τη Μεσόγειο. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, μετέφερε στρατιώτες και ζώα από την Καρχηδόνα μέσω Ισπανίας και Γαλλίας, εισβάλλοντας στην Ιταλία και διασχίζοντας τις Άλπεις με 37 ελέφαντες το 218 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου.

Όπως αναφέρει το BBC τα κατάλοιπα που βρέθηκαν στην Ισπανία εκτιμάται ότι ανήκουν σε ζώο που πέθανε πριν φτάσει στις Άλπεις. Οι αρχαιολόγοι, με επικεφαλής τον καθηγητή Ραφαέλ Μ. Μαρτίνεθ Σάντσεθ, εντόπισαν το οστό κάτω από έναν κατεστραμμένο τοίχο στον αρχαιολογικό χώρο Colina de los Quemados. Πρόκειται για οστό σε σχήμα κύβου, μήκους περίπου 10 εκατοστών.
Για τον προσδιορισμό της ηλικίας του ευρήματος χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές ραδιοχρονολόγησης με άνθρακα, οι οποίες οδήγησαν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι το οστό χρονολογείται στην περίοδο του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε σύγκριση με οστά σύγχρονων ελεφάντων και μαμούθ της στέπας, προκειμένου να διαπιστωθεί από ποιο ζώο προέρχεται.
Κατά τις ανασκαφές του 2020, η ομάδα εντόπισε επίσης πυροβόλα όπλα της εποχής, νομίσματα και κεραμικά αντικείμενα, στοιχεία που ενισχύουν την εκτίμηση ότι το σημείο υπήρξε πεδίο μάχης. Οι ακαδημαϊκοί επισημαίνουν ότι, ως μη ενδημικά είδη και τα μεγαλύτερα χερσαία ζώα, οι ελέφαντες αυτοί θα έπρεπε να έχουν μεταφερθεί με πλοία. Τονίζουν επίσης ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να μεταφέρονταν νεκρά ζώα, ενώ τα οστά δεν παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν διακοσμητική χρήση ή αξιοποίησή τους σε χειροτεχνίες.
Παρά τη σημασία της ανακάλυψης, οι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα το είδος του ελέφαντα στο οποίο ανήκε το οστό. Όπως καταλήγουν στη μελέτη τους, αν και το συγκεκριμένο εύρημα δεν αντιπροσωπεύει κάποιον από τους μυθικούς ελέφαντες που διέσχισαν τις Άλπεις, ενδέχεται να αποτελεί το πρώτο γνωστό υλικό κατάλοιπο, τόσο περιζήτητο από Ευρωπαίους μελετητές της νεότερης εποχής, των ζώων που χρησιμοποιήθηκαν στους Καρχηδονιακούς πολέμους για τον έλεγχο της Μεσογείου.