Μετά το τέλος της έκτακτης συνεδρίασης των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες το βράδυ της Πέμπτης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγησε τις βασικές κατευθύνσεις που προέκυψαν από τις συνομιλίες, επισημαίνοντας την ανάγκη να διατηρηθούν οι διατλαντικές σχέσεις σε λειτουργικό επίπεδο.

Όπως είπε, «δεν είναι μυστικό ότι οι ευρωατλαντικές σχέσεις τον τελευταίο χρόνο έχουν περάσει από περιόδους αναταράξεων». Στη συνέχεια, υπογράμμισε ότι όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη οι σχέσεις αυτές να παραμείνουν «σε λειτουργικό επίπεδο», αποφεύγοντας «συμπεριφορές οι οποίες θα μπορούν να οδηγήσουν σε εξελίξεις που δεν θα μπορούν να διορθωθούν στη συνέχεια».

Αναφερόμενος στη σύγκλιση της συνόδου, τόνισε ότι η κατάσταση βελτιώθηκε «στο βαθμό που ο πρόεδρος Τραμπ αποσαφήνισε ότι δεν προτίθεται να επιβάλλει πρόσθετους δασμούς στις χώρες που υποστήριξαν ανοιχτά τη Γροιλανδία» και ότι δεν σκοπεύει «να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη για να καταλάβει έδαφος που ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας».

Παράλληλα, επανέλαβε ότι «καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» και ότι πρέπει να υπάρξει «πλαίσιο συνεννόησης», ώστε όλοι να γνωρίζουν τις επιπτώσεις «σε περίπτωση που ξεπεραστούν τα όρια». Στο σημείο αυτό, υπογράμμισε ότι «ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θέτει το πλαίσιο αυτό».

Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα, ως χώρα μέλος της ΕΕ με στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, έχει κάθε λόγο να επιδιώκει οι όποιες αναταράξεις να είναι «πρόσκαιρες» και να οδηγούν σε λύσεις «προς το αμοιβαίο συμφέρον όλων».

Αναφορικά με την Αρκτική, σημείωσε ότι «η προστασία της Αρκτικής» αποτελεί «κρίσιμη προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ, για την ασφάλεια της Ευρώπης, για την ασφάλεια των ΗΠΑ». Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μακριά από την περιοχή, τόνισε ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος συνεργασίας με τις ΗΠΑ «στα πλαίσια του ΝΑΤΟ», προκειμένου να αποτραπεί ενδεχόμενη επιρροή της Κίνας ή της Ρωσίας, όπως στη Γροιλανδία, που χαρακτήρισε «στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ».

Σε άλλο σημείο της τοποθέτησής του, ο Κυριακός Μητσοτάκης επανέλαβε τη δέσμευση της Ελλάδας στο πλαίσιο της πολυμέρειας και του διεθνούς δικαίου, σημειώνοντας ότι η χώρα είναι μέλος της ΕΕ και μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όπως είπε, «το πλαίσιο αυτό είναι προς όφελος και των ΗΠΑ» και πρόσθεσε ότι δεν θα κουραστεί να πείθει τους αμερικανούς συνομιλητές του ότι «η όποια ένταση στις ευρωατλαντικές σχέσεις ζημιώνει τόσο την Ευρώπη όσο και τις ΗΠΑ».

Για το «Συμβούλιο Ειρήνης», ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι «έχουμε ξεκαθαρίσει ότι έτσι όπως είναι διατυπωμένο, όχι μόνο η Ελλάδα αλλά σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, έχουμε δυσκολία να συμμετέχουμε». Σημείωσε ωστόσο ότι η Ελλάδα υπήρξε πρωταγωνίστρια στην απόφαση 2803, που νομιμοποίησε το Συμβούλιο, «μόνο όμως ως προσωρινή διοίκηση της Γάζας», με στόχο να υλοποιηθούν τα επόμενα στάδια του ειρηνευτικού σχεδίου όπως έχει συμφωνηθεί.

Στη συνέχεια, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και θέλει να είναι «παρούσα». Αναφέρθηκε μάλιστα στην ιδέα που συζητήθηκε με άλλες χώρες, όπως η Καγιά Κάλας, για διερεύνηση της δυνατότητας ανάληψης ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών ώστε το Συμβούλιο να επανέλθει στον αρχικό του προγραμματισμό, δηλαδή «η ειρήνευση στη Γάζα και η μεταβατική διοίκηση για να περάσουμε σε μια φάση ανοικοδόμησής της».

Για συνάντηση Τραμπ-Ρούτε

Για τη συνάντηση Τραμπ – Ρούτε, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «οι κόκκινες γραμμές είναι πολύ ξεκάθαρες»: «Δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας» και μόνο η Γροιλανδία και το Βασίλειο της Δανίας μπορούν να αποφασίσουν για την τύχη της.

Όπως τόνισε, εάν το ζήτημα είναι η προστασία της Αρκτικής, οι ΗΠΑ έχουν «δικαιολογημένα ανησυχίες», καθώς πρόκειται για «μείζον ζήτημα παγκόσμιας ασφάλειας». Υπογράμμισε δε ότι υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης μέσω του ΝΑΤΟ και της διμερούς συμφωνίας ΗΠΑ–Δανίας του 1951.

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η επένδυση της Ευρώπης στην στρατηγική αυτονομία έχει πλέον καταστεί κοινός στόχος για τις ευρωπαϊκές χώρες. Όπως σημείωσε, ήταν από τους πρώτους που στήριξαν αυτή την κατεύθυνση, ενώ επισήμανε ότι έχουν επιτευχθεί σημαντικά βήματα από τότε που το θέμα εισήχθη για πρώτη φορά στη διάσκεψη των Βερσαλλιών.

«Η Ελλάδα ήταν πάντα επισπεύδουσα σε αυτή τη λογική». Κατά την εκτίμησή του, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας περνά μέσα από μεγαλύτερη στρατηγική συνεργασία και αυξημένους πόρους για την άμυνα, αλλά και μέσα από την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Αναφερόμενος στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στις 12 Φεβρουαρίου, επεσήμανε ότι το ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων. «Η γνώμη μας θα μετράει όσο πιο ισχυροί είμαστε. Και νομίζω ότι πρέπει να περάσουμε από την ισχύ των αξιών μας στην αξία της ισχύος μας αυτό αφορά και την Ελλάδα και την Ε.Ε.», υπογράμμισε.