Σημαντικές ανακατατάξεις καταγράφονται στην αγορά ακινήτων της Αττικής, καθώς η συνεχής άνοδος των τιμών και ο κορεσμός σε παραδοσιακά «ισχυρές» περιοχές οδηγούν ολοένα και περισσότερους ενδιαφερόμενους προς νέες, ανερχόμενες ζώνες. Ανάμεσά τους, το Περιστέρι ξεχωρίζει ως μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της τελευταίας τριετίας, συγκεντρώνοντας αυξανόμενο ενδιαφέρον τόσο από αγοραστές όσο και από ενοικιαστές.
Η περιοχή της δυτικής Αθήνας φαίνεται να περνά σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αξιοποιώντας τη βελτίωση των υποδομών και κυρίως την ενίσχυση της συγκοινωνιακής της σύνδεσης μέσω του μετρό. Το γεγονός αυτό έχει συμβάλει καθοριστικά στην αλλαγή της εικόνας της, καθιστώντας την πιο προσβάσιμη και ελκυστική σε σχέση με το παρελθόν.
Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν ότι η περίπτωση του Περιστερίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι υποδομές μπορούν να μεταβάλουν ριζικά τη δυναμική μιας περιοχής. Όπως σημειώνουν, η αυξημένη ζήτηση έχει οδηγήσει σε ταχεία απορρόφηση των νεόδμητων κατοικιών, με πολλά ακίνητα να πωλούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που διατίθενται στην αγορά.
Την τάση αυτή επιβεβαιώνει και έρευνα της ReDataset, η οποία αποτυπώνει μια αγορά σε φάση μετάβασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τιμές των κατοικιών στο Περιστέρι συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση της προσφοράς.
Ιδιαίτερη δυναμική καταγράφεται στην κατηγορία των μικρών κατοικιών, επιφάνειας 20 έως 50 τετραγωνικών μέτρων. Τα συγκεκριμένα ακίνητα εμφανίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση στις τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο, η οποία φτάνει το 12,6%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη σταθερή ζήτηση για πιο οικονομικές επιλογές, τόσο από νέους αγοραστές που αναζητούν πρώτη κατοικία όσο και από επενδυτές που στοχεύουν σε αποδόσεις μέσω ενοικίασης.
Την ίδια στιγμή, οι μεσαίες κατηγορίες κατοικιών εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της αγοράς. Τα διαμερίσματα επιφάνειας 51 έως 80 τετραγωνικών μέτρων αντιστοιχούν στο 35,5% των διαθέσιμων ακινήτων για το 2025, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαχρονική ζήτηση για κατοικίες δύο έως τριών υπνοδωματίων, κατάλληλες για οικογένειες.
Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των τιμών, η άνοδος είναι οριζόντια. Η έρευνα καταγράφει αύξηση της τάξης του 5,2% στις τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο ανεξαρτήτως έτους κατασκευής, στοιχείο που υποδηλώνει μια αγορά με ανθεκτικότητα και συνεχή κινητικότητα, παρά τις ευρύτερες οικονομικές προκλήσεις.

Ωστόσο, η εικόνα της προσφοράς παραμένει σύνθετη και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατική. Από τη μία πλευρά, τα παλαιότερα ακίνητα, κυρίως εκείνα που κατασκευάστηκαν τη δεκαετία 1970–1979, εξακολουθούν να κυριαρχούν, καταλαμβάνοντας το 37,9% του συνόλου. Από την άλλη, αυξάνεται σταδιακά η παρουσία νεόδμητων κατοικιών, γεγονός που καταδεικνύει ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας και ανανέωση του κτιριακού αποθέματος.
Παράλληλα, μεταβολές καταγράφονται και στο ενεργειακό προφίλ των ακινήτων. Η μεσαία ενεργειακή κατηγορία φαίνεται να συρρικνώνεται, εξέλιξη που ενδέχεται να σχετίζεται με επαναταξινομήσεις ή αντικατάσταση ακινήτων, παρά με εκτεταμένες ενεργειακές αναβαθμίσεις. Την ίδια στιγμή, οι χαμηλές ενεργειακές κατηγορίες αυξήθηκαν κατά 7% τα τελευταία δύο χρόνια, στοιχείο που αντανακλά την παραμονή σημαντικού αριθμού παλαιών κτιρίων στο απόθεμα.
Συνολικά, το Περιστέρι αναδεικνύεται σε μια αγορά με έντονη δυναμική αλλά και εσωτερικές αντιθέσεις. Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, οι τιμές κινούνται ανοδικά και η ανάπτυξη νέων κατοικιών συνυπάρχει με την κυριαρχία παλαιότερων ακινήτων. Οι τάσεις αυτές αναμένεται να διαμορφώσουν την πορεία της περιοχής τα επόμενα χρόνια, επηρεάζοντας τις επιλογές τόσο των αγοραστών όσο και των επενδυτών που αναζητούν ευκαιρίες σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.