Η συζήτηση για την ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν γίνεται πια μόνο με όρους «εξοπλισμών». Γίνεται με όρους παραγωγής, τεχνολογίας και –όλο και πιο καθαρά– με όρους ναυπηγείων. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά ικανότητες, αποθέματα και γραμμές παραγωγής, και όπου το ΝΑΤΟ επανατοποθετεί κρίσιμες υποδομές στον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα προσπαθεί να μετατρέψει μια συγκυρία υψηλής ζήτησης σε μόνιμο βιομηχανικό αποτύπωμα. Το ζητούμενο δεν είναι να «περάσουν» συμβάσεις, αλλά να μείνει στη χώρα έργο, πιστοποιήσεις και τεχνογνωσία που να αντέχουν όταν αλλάξει ο κύκλος.

Αυτό το νέο τοπίο οργανώνεται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η «βαριά» βιομηχανική υποστήριξη: παραγωγή, συντήρηση, επισκευές, αναβαθμίσεις, υλικό που πρέπει να παραδοθεί στην ώρα του και να υποστηριχθεί σε βάθος χρόνου. Ο δεύτερος είναι η τεχνολογία: αισθητήρες, επικοινωνίες, λογισμικό, δικτυοκεντρικές εφαρμογές, λύσεις UAV/anti-drone και C4I. Όσο ο σύγχρονος πόλεμος μετακινείται προς τα δεδομένα και τη διαλειτουργικότητα, τόσο το «υλικό» και το «ψηφιακό» παύουν να είναι ξεχωριστά σύμπαντα. Και ακριβώς στο σημείο που αυτά τέμνονται, τα ναυπηγεία αποκτούν βαρύτητα που υπερβαίνει την παραδοσιακή τους λειτουργία ως χώροι επισκευών.

Η ελληνική ναυπηγική βάση –Σκαραμαγκάς, Ελευσίνα, Σύρος και, στην ίδια αλυσίδα, η Σαλαμίνα– επιστρέφει στο επίκεντρο για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η διαθεσιμότητα του στόλου (πόσο γρήγορα επισκευάζεις, πόσο αποτελεσματικά συντηρείς, πόσο αξιόπιστα αναβαθμίζεις) είναι επιχειρησιακός πολλαπλασιαστής ισχύος. Δεύτερον, επειδή η ύπαρξη εγχώριας ναυπηγικής ικανότητας μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό εργαλείο: όταν υπάρχει εγχώρια υποδομή, μπορείς να διεκδικήσεις υποκατασκευές, συμπαραγωγές και «κομμάτι» της προστιθέμενης αξίας στα μεγάλα προγράμματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύο πρόσφατες κινήσεις λειτουργούν ως δείκτες ωρίμανσης. Η πρώτη αφορά τα ναυπηγεία Ελευσίνας, τα οποία εξελίσσονται σε κόμβο αυξημένου αμερικανικού ενδιαφέροντος. Η χρηματοδότηση από την αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC (US International Development Finance Corporation) προσέδωσε βεβαιότητα και άνοιξε χώρο για επενδύσεις που δεν είναι απλώς «επιχειρηματικές», αλλά εντάσσονται σε ευρύτερη στρατηγική: ενεργειακή ασφάλεια, εφοδιαστικές αλυσίδες, δυνατότητες υποστήριξης συμμαχικών στόλων. Η δεύτερη αφορά τα ναυπηγεία Σαλαμίνας, που κάνουν πιο εξωστρεφή κίνηση προς την Ινδία, μέσω μνημονίου συνεργασίας με την ACT Infraport Ltd, για μεταφορά τεχνογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών με στόχο τη δημιουργία νέας ναυπηγικής μονάδας στο Γκουτζαράτ.

Αυτές οι εξελίξεις «κουμπώνουν» με τη μεγαλύτερη εικόνα της αμυντικής βιομηχανίας, που επαναχαρτογραφείται γύρω από την ανάγκη να αυξηθεί το εγχώριο έργο. Η εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών, όπου μεγάλα προγράμματα έκλειναν με ελάχιστη βιομηχανική συμμετοχή, έχει αφήσει ένα σαφές συμπέρασμα: χωρίς εγχώρια παραγωγή και υποστήριξη, η χώρα μένει αγοραστής – όχι εταίρος. Γι’ αυτό και επανέρχεται η απαίτηση να μην περιοριστεί η Ελλάδα στον ρόλο του χρηματοδότη, αλλά να εξασφαλίσει πραγματική μεταφορά γνώσης, απασχόληση και παραγωγική ικανότητα.

Η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος παραμένουν οι δομές που υποστηρίζουν το υλικό: τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα στον χώρο των πυρομαχικών, η ΕΑΒ για την αεροπορική υποστήριξη και τις αναβαθμίσεις, η ΕΛΒΟ για τα στρατιωτικά και ειδικά οχήματα. Δίπλα τους, όμως, εμφανίζονται δυναμικές που διευρύνουν το πεδίο: βιομηχανικοί όμιλοι που επιχειρούν να ενταχθούν σε ευρωπαϊκά και συμμαχικά προγράμματα και να αναλάβουν έργο σε υποκατασκευές και παραγωγή. Η λογική είναι απλή: χωρίς κλίμακα, οργάνωση και συνέχεια, δεν χτίζεται βιομηχανία – μόνο περιστασιακές δουλειές.

Παράλληλα, στο τεχνολογικό σκέλος, εταιρείες με εξειδίκευση σε επικοινωνίες, αισθητήρες, ηλεκτροοπτικά και λογισμικό επιχειρούν να εδραιώσουν παρουσία που να μην εξαρτάται αποκλειστικά από εγχώρια συμβόλαια. Εδώ μπαίνει και η ιδέα της «συνεργατικότητας»: αντί για σκόρπιες, μικρές συμμετοχές, να δημιουργούνται πακέτα έργου που μπορούν να παρουσιαστούν σε διεθνείς οίκους ως ολοκληρωμένες λύσεις ή υποσυστήματα. Και στα ναυπηγικά έργα αυτό είναι κρίσιμο: ένα πλοίο ή μια αναβάθμιση δεν είναι μόνο λαμαρίνα και μηχανές· είναι αισθητήρες, δικτύωση, διαχείριση μάχης, ολοκλήρωση συστημάτων.

Το στοίχημα, λοιπόν, για τα ναυπηγεία δεν εξαντλείται στο να γεμίσουν δεξαμενές και να τρέξουν επισκευές. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι να «κλειδώσει» ένα μοντέλο σταθερού έργου: συμμετοχή σε ναυπηγήσεις και αναβαθμίσεις, υποκατασκευές σε διεθνή προγράμματα, πιστοποιήσεις που ανοίγουν πόρτες, και μια αλυσίδα προμηθευτών που μπορεί να στηρίξει ρυθμό και ποιότητα. Αν υπάρξει συνέχεια σε παραγγελίες και προβλεψιμότητα στον προγραμματισμό, ο κλάδος μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό βιομηχανικής πολιτικής και γεωστρατηγικής αξίας. Αν όχι, ο κίνδυνος είναι να μείνει η «αναγέννηση» ένα επικοινωνιακό σύνθημα, χωρίς το δύσκολο και μετρήσιμο αποτέλεσμα: παραγωγική ικανότητα που να αντέχει στον χρόνο.