Μία από τις πιο συγκλονιστικές ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα αναμετριέται με τον αρχαίο μύθο και τον μεταμορφώνει σε σύγχρονο υπαρξιακό κάλεσμα. Η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου δεν είναι απλώς μια αναβίωση της μυθολογικής μορφής· είναι μια βαθιά, ανθρώπινη εξομολόγηση για το φως και το σκοτάδι, την απώλεια και την επιστροφή, τη μνήμη και την αναγέννηση.

Αντλώντας από τον διαχρονικό μύθο της Περσεφόνη, ο Ρίτσος δημιουργεί ένα έργο που πάλλεται από συμβολισμούς και εσωτερική ένταση. Η ηρωίδα δεν είναι πλέον μόνο κόρη της Δήμητρας και βασίλισσα του Κάτω Κόσμου — είναι η σύγχρονη γυναίκα, ο άνθρωπος που βιώνει τον διχασμό ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση, την ελευθερία και τον εγκλωβισμό, τη ζωή και τον θάνατο.

Η «Περσεφόνη» γίνεται σύμβολο αντίστασης, επιμονής και εσωτερικής αφύπνισης. Δεν είναι θύμα της αρπαγής της, αλλά δημιουργός και ακόλουθος του πεπρωμένου της. Στη σκοτεινή αγκαλιά του Πλούτωνα ο έρωτας, ο πόθος, η ζωή αποκτούν άλλο βάθος και νόημα. Επανέρχεται στο φως με τη δύναμη της γνώσης που κρύβει το επέκεινα, όχι αθώα αλλά μεταμορφωμένη. Τώρα πια γνωρίζει πως στον επάνω κόσμο των ψευδαισθήσεων η λάμψη έχει πάρει τον θρόνο του πραγματικού φωτός.

Σήμερα, η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου επιστρέφει πιο επίκαιρη από ποτέ. Σε έναν κόσμο μεταβατικό, γεμάτο αβεβαιότητα και αναζητήσεις ταυτότητας, το έργο υπενθυμίζει πως κάθε κάθοδος εμπεριέχει τη δυνατότητα της ανάστασης, πως κάθε σκοτάδι προετοιμάζει τον ερχομό της άνοιξης.
Μια παράσταση για τη ζωή που συνεχίζει εκεί που όλα μοιάζουν να τελειώνουν. Για τη φαινομενικά σκοτεινή αντίπερα όχθη του θανάτου, όπου το φως γεννιέται αλλιώς. Έρωτας και θάνατος -δίδυμα αδέλφια- αποδομούν το ανθρώπινο «Εγώ» και το αφήνουν γυμνό δίνοντας υπόσταση στην ανυπαρξία και φωνή σε ό,τι δύσκολα ειπώνεται.

Με αφορμή την παράσταση, η σκηνοθέτρια και πρωταγωνίστρια, Λυσάνδρα Αναστασοπούλου μιλάει στο Newsbeast.

– Ο Ρίτσος μεταμορφώνει τον αρχαίο μύθο σε «σύγχρονο υπαρξιακό κάλεσμα». Πόσο δύσκολο ήταν να μεταφέρετε αυτό το κάλεσμα στη σκηνή;

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν «αφηγείται» απλώς τον μύθο· τον μετατρέπει σε μια εσωτερική διαδρομή. Η δυσκολία στη σκηνή ήταν ακριβώς αυτή: να μη γίνει αφήγηση, αλλά βίωμα. Να μην «παίζεις» την Περσεφόνη, αλλά να εκτεθείς μέσα από αυτήν. Το κάλεσμα του Ρίτσου είναι υπαρξιακό, απαιτεί αφαίρεση και απόλυτη ειλικρίνεια. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση.

– Υπάρχουν κινηματογραφικές ή εικαστικές επιρροές στον τρόπο που στήσατε το οπτικό κομμάτι της παράστασης;

Ναι, υπάρχουν σαφείς επιρροές. Η ματιά μου συνομιλεί με κινηματογραφική λιτότητα – κάδρα σχεδόν «παγωμένα», όπου το σώμα λειτουργεί σαν εικόνα. Παράλληλα, το φως παίζει σημαντικό ρόλο. Ειδικά σε αυτό το έργο. Οι φωτισμοί είναι ο βασικός καμβάς που θα δημιουργηθεί ο σκηνικός χώρος, ο οποίος δεν είναι ρεαλιστικός, αλλά συμβολικός.

– Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη δραματουργία, τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία;

Είναι μια συνεχής ακροβασία. Η δραματουργία θέτει το εσωτερικό νήμα, η σκηνοθεσία το εξωτερικό βλέμμα και η ερμηνεία είναι η στιγμή της αλήθειας. Προσπαθώ να μην αφήνω καμία από τις τρεις πλευρές να κυριαρχεί. Αντίθετα, λειτουργώ σαν «αγωγός» που επιτρέπει σε όλα να συναντηθούν σε ένα κοινό σημείο: την εμπειρία του θεατή. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι, για μένα, αλληλένδετοι.

– Ποια είναι η σχέση σας με τον έρωτα και τον θάνατο ως θεματικούς άξονες;

Ο έρωτας εμπεριέχει πάντα μια μορφή απώλειας, μια παράδοση. Και ο θάνατος δεν είναι απαραίτητα τέλος, αλλά μετάβαση. Στην «Περσεφόνη», αυτά τα δύο δεν αντιπαρατίθενται· συνυπάρχουν σαν δύο όψεις της ίδιας διαδρομής προς τη γνώση του εαυτού. Ο «Κάτω Κόσμος» στην παράσταση δεν είναι ένας γεωγραφικός τόπος. Είναι μια εσωτερική κατάσταση. Ένας χώρος σκοτεινός αλλά και αποκαλυπτικός, όπου η ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με τις πιο βαθιές της αλήθειες. Σκηνικά αποδίδεται μέσα από το φως, τη σκιά και την κίνηση – περισσότερο ως αίσθηση παρά ως εικόνα.

– Πώς αποδίδεται σκηνικά η έννοια του «Κάτω Κόσμου» στην παράστασή σας; Είναι ένας φυσικός χώρος ή ένας εσωτερικός τόπος;

Μετά από αυτή τη «βουτιά» στο σύμπαν του Ρίτσου, νιώθω την ανάγκη να συνεχίσω να ερευνώ έργα που ακουμπούν το υπαρξιακό και το ποιητικό. Με ενδιαφέρει να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο στη σχέση σώματος και λόγου, ίσως μέσα από ένα νέο έργο δικό μου. Ονομάζεται «Ευρυδίκη». Είναι και αυτός ένας δραματικός μονόλογος που θέτει βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα. Με το συγκεκριμένο έργο έχω αιτηθεί στο Ίδρυμα Ωνάσης στο πρόσφατο opencall και είμαστε σε αναμονή…

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία/Δραματουργία: Λυσάνδρα Αναστασοπούλου
Χορογραφίες: Ελένη Κόντζιλα & Αλέξιος Έντμαν
Μουσική σύνθεση: Γρηγόρης Πολύζος
Αφήγηση: Άρης Πλιός
Σολίστ πιάνο: Νίκος Φλόκας
Άρπα: Λάζαρος Κατσίπης
Κιθάρα: Νίκος Αποστολόπουλος

Στο ρόλο της Περσεφόνης: Λυσάνδρα Αναστασοπούλου
Χορευτές: Ελένη Κόντζιλα & Αλέξιος Έντμαν

Πού: Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Θόλου 5 Αθήνα, (χάρτης)
Πρεμιέρα: 1η Μαΐου
Πότε: Κάθε μέρα από την 1η έως 10 Μαΐου στις 20.30
Εισιτήρια: 23€ Κανονικό, 18€ Φοιτητικό/ Ομαδικό 10+, 10€ Άνεργοι/Ατέλεια
Διάρκεια: 75΄
Προπώληση: ticketservices.gr