Η ανάδειξη του Μοτζταμπά Χαμενεΐ στην ηγεσία του Ιράν σηματοδοτεί κλιμάκωση της σύγκρουσης με ΗΠΑ και Ισραήλ και παγίωση της πιο σκληρής γραμμής στην Τεχεράνη.

Η απόφαση του καθεστώτος να τοποθετήσει τον γιο του δολοφονημένου ανώτατου ηγέτη αγνοώντας ανοιχτά τις προειδοποιήσεις του προέδρου Τραμπ, ερμηνεύεται ως μήνυμα ότι το Ιράν δεν προτίθεται να υποχωρήσει ούτε στο πεδίο ούτε στο διπλωματικό τραπέζι. Ο 56χρονος Μοτζταμπά Χαμενεΐ, συντηρητικός κληρικός με στενούς δεσμούς με τους Φρουρούς της Επανάστασης και παρελθόν συμμετοχής, κυρίως σε μη μάχιμους ρόλους, στον πόλεμο Ιράν‑Ιράκ, αναλαμβάνει την ανώτατη εξουσία εν μέσω ολομέτωπης αντιπαράθεσης με ΗΠΑ και Ισραήλ. Αμέσως μετά την επίσημη ορκωμοσία του, το Ιράν εξαπέλυσε νέα ομοβροντία πυραύλων προς το Ισραήλ, ενώ στρατός και Φρουροί της Επανάστασης έσπευσαν να του ορκιστούν πίστη, στέλνοντας σήμα εσωτερικής συσπείρωσης γύρω από τη νέα ηγεσία.

Η κληρονομιά του Χαμενεΐ και το δίλημμα του καθεστώτος

Η ανάδειξη του Μοτζταμπά Χαμενεΐ συνιστά την πρώτη κληρονομική διαδοχή στην κορυφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ακριβώς τον τύπο δυναστικής μεταβίβασης εξουσίας που οι πρωτεργάτες της επανάστασης του 1979 κατήγγειλαν όταν ανέτρεπαν τη μοναρχία του σάχη. Τόσο ο Ρουχολάχ Χομεϊνί όσο και ο Αλί Χαμενεΐ θεωρούσαν ότι η παράδοση της εξουσίας σε γιο είναι αντι‑ισλαμική, ωστόσο η σημερινή ηγετική ελίτ, υπό την πίεση του πολέμου και του φόβου κατάρρευσης, επέλεξε τελικά «άλλον έναν Χαμενεΐ», όπως σχολίασε καυστικά ο Ιρανολόγος Σαΐντ Γκολκάρ. Για το καθεστώς, η ταχύτατη ανάδειξη νέου ανώτατου ηγέτη, παρά την ανοιχτή απειλή του Ισραήλ ότι θα πλήξει «όποιον κι αν επιλεγεί», ήταν κρίσιμη για να αποδείξει προς το εσωτερικό και το εξωτερικό ότι οι θεσμοί του κράτους εξακολουθούν να λειτουργούν.

Ο νέος ηγέτης κουβαλά και προσωπικό τραύμα από τον πόλεμο, καθώς εκτός από τον πατέρα του έχει χάσει τη μητέρα, τη σύζυγο και έναν γιο στις αμερικανο‑ισραηλινές επιθέσεις, στοιχείο που, σύμφωνα με δυτικούς αναλυτές, ενδέχεται να ενισχύσει τα αντανακλαστικά εκδίκησης και σκληρής γραμμής. Ο ίδιος μεγάλωσε στη Μασχάντ, μέσα σε μια οικογένεια που ήδη από τη δεκαετία του 1970 είχε στοχοποιηθεί από τη μυστική αστυνομία του σάχη, με τον νεαρό Μοτζταμπά να γίνεται μάρτυρας των ξυλοδαρμών του πατέρα του σε εφόδους της Σαβάκ, μια διαδρομή που ενίσχυσε την εικόνα του «ανθρώπου του αγώνα» στο εσωτερικό αφήγημα του καθεστώτος.

Χαμενεΐ, Ιράν και η «στρατιωτικοποίηση» της εξουσίας

Παρότι φέρει τον τίτλο του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη για περίπου 200 εκατομμύρια σιίτες παγκοσμίως, ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ δεν θεωρείται κορυφαίος θεολόγος και η θρησκευτική του αυθεντία αμφισβητείται ακόμη και εντός του ιρανικού κλήρου. Η επιλογή του σηματοδοτεί απότομη μετατόπιση από το παραδοσιακό μοντέλο χαρισματικού αγιατολάχ προς μια πιο «στρατιωτικοποιημένη» ηγεσία, στενά δεμένη με το δίκτυο ασφαλείας και καταστολής της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι δεσμοί του με τους Φρουρούς της Επανάστασης, από τη γνωριμία με μετέπειτα κορυφαία στελέχη κατά τον πόλεμο με το Ιράκ έως τον ρόλο του στη στήριξη του διοικητή των Μπασίτζ Χοσεΐν Ταέμπ στην αιματηρή καταστολή του Πράσινου Κινήματος το 2009, τον έχουν καταστήσει, στα μάτια των επικριτών του, τον πολιτικό εκφραστή της πιο σκληρής πτέρυγας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ τον έβαλαν σε καθεστώς κυρώσεων το 2019, κατηγορώντας τον ότι συνεργαζόταν στενά με Φρουρούς και Μπασίτζ για την προώθηση των «αποσταθεροποιητικών περιφερειακών φιλοδοξιών και της εσωτερικής καταστολής» του πατέρα του, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.

Την ίδια ώρα, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με μία από τις βαθύτερες κρίσεις της μετα‑επαναστατικής του ιστορίας. Πέρα από τις συνεχείς αεροπορικές επιδρομές ΗΠΑ‑Ισραήλ και τις επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές της περιοχής –αεροδρόμια, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ακόμη και μονάδες αφαλάτωσης– η χώρα βυθίζεται σε ασφυκτική οικονομική κρίση, με πληθυσμό σχεδόν 90 εκατομμυρίων και χρόνια στις πλάτες της βαριές αμερικανικές κυρώσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Τον Ιανουάριο, δυνάμεις ασφαλείας υπό τις διαταγές του παλαιού Χαμενεΐ, σκότωσαν χιλιάδες διαδηλωτές που ζητούσαν αλλαγή καθεστώτος, δείχνοντας ότι ο βασικός άξονας πολιτικής παραμένει «καταστολή στο εσωτερικό, αντίσταση στο εξωτερικό» – μια γραμμή που αναμένεται να συνεχιστεί υπό τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ, σύμφωνα με αναλυτές όπως η Σάναμ Βακίλ του Chatham House.

Για τον νέο ανώτατο ηγέτη, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να διαχειριστεί ένα καθεστώς που πολιορκείται στρατιωτικά από το εξωτερικό και αμφισβητείται κοινωνικά από το εσωτερικό, αφετέρου να πείσει ότι ο ίδιος δεν αποτελεί απλώς τη «δυναστική συνέχεια» του πατέρα του αλλά ηγέτη ικανό να κρατήσει ενωμένο το σύστημα. Η μέχρι σήμερα διακριτική του δημόσια παρουσία, σε συνδυασμό με τις αντιφατικές πληροφορίες για τις πραγματικές του πολιτικές θέσεις, τροφοδοτούν ερωτήματα για το πόσο προσωπικό θα είναι το στίγμα της διακυβέρνησής του και πόσο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως προέκταση του στρατιωτικο‑ασφαλίτικου συμπλέγματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, η άμεση επίδειξη πυραυλικής ισχύος μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, όπως και οι πανηγυρικές δηλώσεις στελεχών όπως ο Αλί Λαριτζανί ότι «ανατράπηκαν οι προσδοκίες των εχθρών», δείχνουν ότι η Τεχεράνη επιλέγει να απαντήσει στην κλιμάκωση με κλιμάκωση.