Μπορεί το Ιράν και η Ουκρανία να απέχουν 2.500 χιλιόμετρα, όμως στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα οι δύο χώρες μπορούν ουσιαστικά να θεωρηθούν «συγκοινωνούντα δοχεία». Η πρόσφατη στρατιωτική εμπλοκή του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή φέρεται να έχει προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση, οι συνέπειες της οποίας αναμένεται να γίνουν αισθητές σε πολλά επίπεδα στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο.

Βραχυπρόθεσμα, το Κρεμλίνο αναμένεται να εντείνει τις επιθέσεις του στην Ουκρανία χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα, σύμφωνα με το Reuters, ότι θα εξασφαλίσει τη νίκη σε βάθος χρόνου.

Οι ανησυχίες του Βλαντίμιρ Πούτιν ότι μπορεί να είναι ο επόμενος στόχος των ΗΠΑ -μετά από μια σειρά επιτυχημένων πληγμάτων κατά ξένων ηγετών– ίσως διογκώνονται από τα δυτικά μέσα, αλλά δεν στερούνται λογικής. Ο Ρώσος πρόεδρος φέρεται, σύμφωνα με το Reuters, να ισορροπεί ανάμεσα στην καχυποψία και την οργή αναφορικά με την εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Σε συλλυπητήρια επιστολή του προς τον Ιρανό πρόεδρο, Μασούντ Πεζεσκιάν, ο Πούτιν χαρακτήρισε την επίθεση «κυνική παραβίαση κάθε ηθικού κανόνα και διεθνούς δικαίου», αποφεύγοντας ωστόσο να κατονομάσει ρητά τον Τραμπ ή τις ΗΠΑ ως υπαίτιους.

Ωστόσο, η προσωπική του ασφάλεια δεν είναι το μόνο που απασχολεί τον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου, καθώς η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή προσφέρει στη Ρωσία σημαντικές ευκαιρίες.

Οι νέες ευκαιρίες

Αρχικά, η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου αποτελεί «φιλί ζωής» για τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Ταυτόχρονα, η αδυναμία του Ιράν να εξάγει πετρέλαιο επηρεάζει άμεσα το Πεκίνο, που κάλυπτε το 13% των αναγκών του από εκεί.

Πλέον, η Κίνα αναμένεται να στραφεί ακόμα πιο δυναμικά προς τη Ρωσία. Το Reuters αναφέρει πως αυτό ευνοεί και τις δύο πλευρές: Η Μόσχα δένεται οικονομικά με έναν γίγαντα, ενώ το Πεκίνο εξασφαλίζει μια σταθερή χερσαία ροή ενέργειας, που δεν κινδυνεύει να αποκλειστεί από το αμερικανικό ναυτικό σε περίπτωση μελλοντικής σύγκρουσης.

Πόλεμος Ουκρανία

Επιπρόσθετα, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε εγκαταστάσεις στον Κόλπο έχουν αποσταθεροποιήσει τις αγορές, επηρεάζοντας το 30% των παγκόσμιων θαλάσσιων ροών πετρελαίου. Η Ρωσία, με τον «σκιώδη στόλο» της, βρίσκει τώρα την ευκαιρία να καλύψει το κενό, καθώς οι υποδομές της παραμένουν λειτουργικές παρά τις ουκρανικές επιθέσεις.

Το «έλλειμμα» όπλων και η αλλαγή προτεραιοτήτων των ΗΠΑ

Ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα για το Κρεμλίνο είναι η αναστάτωση στην προμήθεια όπλων προς το Κίεβο. Παρά τις διαβεβαιώσεις για «απεριόριστα αποθέματα», ο Τραμπ παραδέχτηκε ότι σε ορισμένα προηγμένα οπλικά συστήματα η κατάσταση δεν είναι η επιθυμητή. Ήδη από τον Ιούνιο του 2025, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «πολέμου των 12 ημερών» με το Ιράν, οι ΗΠΑ δέσμευσαν 20.000 πυραύλους που προορίζονταν για την Ουκρανία, στέλνοντάς τους στη Μέση Ανατολή.

Αντίθετα, η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα. Χάρη στη συμφωνία με το Ιράν το 2022, η Μόσχα κατάφερε να στήσει δική της γραμμή παραγωγής drones (τύπου Shahed), τα οποία πλέον κατασκευάζει ταχύτερα και φθηνότερα από τους ίδιους τους Ιρανούς. Αν η δυτική βοήθεια προς το Κίεβο «στερέψει» έστω και προσωρινά, η ρωσική αεροπορική υπεροχή θα γίνει ακόμα πιο συντριπτική.

Η μεγάλη ρήξη

Η στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή φαίνεται να διευρύνει το χάσμα μεταξύ Ουάσινγκτον και Ευρώπης. Χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο άσκησαν κριτική στις επιθέσεις κατά του Ιράν, προκαλώντας την οργή του Τραμπ.

Αυτή η «αποσύνδεση» των δύο πλευρών του Ατλαντικού εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Μόσχας. Ενώ ο Λευκός Οίκος είναι απασχολημένος με το μέτωπο του Ιράν, οι προσπάθειες διαμεσολάβησης στην Ουκρανία μένουν στάσιμες. Η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι εταίροι της ίσως καταφέρουν να αποτρέψουν μια ρωσική νίκη, αλλά θα χρειαστεί χρόνος για να αποκτήσουν το πολιτικό και στρατιωτικό βάρος που απαιτείται, ώστε να αναγκάσουν τη Ρωσία σε υποχωρήσεις.

Το Reuters καταλήγει πως ο πόλεμος του Τραμπ στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως καταλύτης για την παράταση της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Μπορεί να μην εγγυάται τη νίκη του Πούτιν, σίγουρα όμως βυθίζει τον κόσμο σε μια νέα, παρατεταμένη περίοδο αναταραχής.