Η πρόσφατη ανάληψη της ευθύνης από το Ισλαμικό Κράτος για τις δύο επιθέσεις εναντίον του συριακού στρατού στη βόρεια και την ανατολική Συρία ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή «φλέγεται» από διαδοχικές εξελίξεις. Το περιβάλλον αυτό αξιοποιεί ο ISIS προκειμένου να ανακοινώσει την έναρξη μιας νέας φάσης επιχειρήσεων εναντίον της ηγεσίας της χώρας.

Το Ισλαμικό Κράτος αναδύθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του 2000 από το παρακλάδι της Αλ Κάιντα στο Ιράκ και θεωρητικά ηγούνταν από εναπομείναντα στελέχη της οργάνωσης. Η Αραβική Άνοιξη του 2011 έδωσε περαιτέρω ώθηση στους τζιχαντιστές να επεκτείνουν τη δράση τους από το Ιράκ προς τη Συρία. Μέχρι να λάβει πλήρη έκταση ο συριακός εμφύλιος, η οργάνωση είχε αποκοπεί από την Αλ Κάιντα και το 2013 απέκτησε νέα ονομασία.

Αρχικά έγινε γνωστή στη Δύση ως ISIL, δηλαδή Ισλαμικό Κόμμα του Λεβάντε, ωστόσο αργότερα επικράτησε το ISIS, όταν ανακήρυξε τη δημιουργία χαλιφάτου σε τμήματα του Ιράκ και της Συρίας. Οι τελευταίες επιθέσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της κλιμάκωσης των επιχειρήσεων του Ισλαμικού Κράτους εναντίον της συριακής ηγεσίας υπό τον πρόεδρο Άχμεντ αλ Σάρα – ενός πρώην διοικητή της Αλ Κάιντα, ο οποίος ηγήθηκε συμμαχίας ισλαμιστών ανταρτών που ανέτρεψε τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του 2024.

Η άνοδος, η διεθνής επέμβαση και οι απώλειες

Η σημαντικότερη τζιχαντιστική οργάνωση κατάφερε στην επιχειρησιακή της διαδρομή όλα αυτά τα χρόνια να προσελκύσει χιλιάδες μουσουλμάνους, εν μέρει λόγω του θρησκευτικού της λόγου και εν μέρει λόγω του βίαιου χαρακτήρα της. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί Άραβες στη Μέση Ανατολή την απεχθάνονται και την αποκαλούν Ντάες, ακρωνύμιο που στα αραβικά σημαίνει αυτόν που σπέρνει διχόνοια.

Στο αποκορύφωμά του, στα τέλη του 2013, το Ισλαμικό Κράτος έλεγχε περίπου 6,3 εκατομμύρια ανθρώπους στο Ιράκ, δηλαδή το 19% του πληθυσμού, καλύπτοντας περίπου 58.372 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το 13% της επικράτειας.

Το 2014 οι Αμερικανοί ξεκίνησαν αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία. Η αεροπορική κάλυψη επέτρεψε αφενός στις δυνάμεις που το αντιμάχονταν να περάσουν επιτυχώς στην αντεπίθεση και αφετέρου στη διεθνή κοινότητα να αναλάβει μεγαλύτερη δράση. Η Γαλλία απάντησε στις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 2015 με μαζικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον στόχων του Ισλαμικού Κράτους, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο επέκτεινε τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς που πραγματοποιούσε στο Ιράκ ώστε να συμπεριλάβει και τη Συρία, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στην οργάνωση.

Η είσοδος της Ρωσίας στον πόλεμο της Συρίας, μαζί με τα ιρανικά στρατεύματα των Φρουρών της Επανάστασης, την αφγανική σιιτική πολιτοφυλακή και χιλιάδες μαχητές της Χεζμπολάχ, επέτρεψε στον Άσαντ να ανακαταλάβει εδάφη. Σε αντάλλαγμα, η Μόσχα έλαβε μίσθωση αεροπορικής βάσης στον βορρά και το πράσινο φως για την αναβάθμιση της ναυτικής της βάσης στην Ταρτούς, στις ακτές της Μεσογείου.

Προειδοποιήσεις του ΟΗΕ και μετατόπιση του κέντρου βαρύτητας

Το 2024 ο ΟΗΕ εξέφρασε ανησυχία για την εδραίωση του Ισλαμικού Κράτους στη Δυτική Αφρική. Παρά την πρόοδο στην αντιμετώπιση της απειλής που εγείρει η οργάνωση, το Ισλαμικό Κράτος, όπως επισημαίνει ο ΟΗΕ, «συνεχίζει να εγείρει σοβαρή απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια», ιδιαίτερα στη Δυτική Αφρική και στο Σαχέλ, περιοχές «που πλήττονται από τη δράση του Νταές και οργανώσεων συνδεόμενων με αυτό».

Όπως δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ο Βλαντιμίρ Βράνκοφ, αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΗΕ αρμόδιος για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, οργανώσεις προσκείμενες στο Ισλαμικό Κράτος «συνεχίζουν να δρουν με ολοένα περισσότερη αυτονομία σε σύγκριση με την κεντρική δομή του Νταές», γεγονός που εγείρει ανησυχία για την εμφάνιση «μεγάλης ζώνης αστάθειας από το Μαλί έως τα σύνορα της Νιγηρίας».

Η έκθεση κάνει λόγο για «εσωτερικές διχόνοιες», που υπογραμμίστηκαν από την καθυστερημένη ανακοίνωση του θανάτου του πρώην ηγέτη Αμπού αλ Χουσέιν αλ Χουσέινι αλ Κουράσι, και εκτιμά πως υπάρχει πιθανότητα μεταφοράς «του κέντρου βαρύτητας της κεντρικής δομής» του Ισλαμικού Κράτους εκτός Ιράκ και Συρίας.

Ο νέος αρχηγός της τζιχαντιστικής οργάνωσης, Αμπού Χαφς αλ Χασίμι αλ Κουράσι, ενδέχεται να εγκατασταθεί στο Αφγανιστάν ή ακόμη και στην Αφρική. Η άνοδος, η εδραίωση και η δράση – έστω και με διαλείμματα – του ISIS ήταν ένα φαινόμενο που, σύμφωνα με την ανάλυση, θα μπορούσε να είχε αποτραπεί εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εμπλακεί αποφασιστικά από την αρχή. Αν οι ΗΠΑ δεν είχαν εισβάλει στο Ιράκ το 2003, αν δεν είχαν επιλέξει την πολιτική απεμπλοκή το 2010, αν είχαν διασφαλίσει την παραμονή στρατιωτικής δύναμης μετά το 2011 ή αν είχαν πλήξει αποφασιστικά το ISIS πριν από την πτώση της Μοσούλης τον Ιούνιο του 2014, η απειλή του θα μπορούσε να είχε περιοριστεί.

Σήμερα, με ανοιχτό μέτωπο στο Ιράν, με τη Γάζα σε εύθραυστη ισορροπία και με την ηγεσία της Συρίας να διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο, η οργάνωση φαίνεται να ανασυντάσσεται. Και αποτελεί έναν ακόμη γεωπολιτικό πονοκέφαλο για τον Ντόναλντ Τραμπ.