Στον αρχαίο κόσμο, το ταξίδι προς την αιώνια ευδαιμονία μόνο εύκολο δεν ήταν. Για τους αρχαίους Έλληνες, η μετάβαση στη μεταθανάτια ζωή απαιτούσε τη βοήθεια του Χάροντα για τη διάσχιση του ποταμού Στυγός και την ελπίδα ότι η ψυχή θα έφτανε στα Ηλύσια Πεδία. Στον κόσμο των Αζτέκων, το ταξίδι προς το Μίκτλαν περιλάμβανε αλλεπάλληλες δοκιμασίες, όπως την ανάβαση σε βουνό από οψιανό και τη διάσχιση μιας ερήμου χωρίς βαρύτητα, όπου οι ψυχές παρασύρονταν από τρομακτικούς ανέμους.
Για τους αρχαίους Αιγυπτίους, η πορεία προς τη μεταθανάτια ζωή ήταν εξίσου επικίνδυνη και απαιτητική. Όσοι κατάφερναν να ξεπεράσουν τις παγίδες και τις δοκιμασίες του ταξιδιού, έφταναν ενώπιον του θεού Όσιρι και 42 ακόμα θεοτήτων, όπου η καρδιά τους ζυγιζόταν απέναντι σε ένα και μόνο φτερό. Αν η κρίση δεν ήταν ευνοϊκή, η ψυχή καταβροχθιζόταν από τη θεά Άμμιτ, ένα τρομακτικό πλάσμα με κεφάλι κροκοδείλου, σώμα ιπποπόταμου και μπροστινά άκρα λιονταριού, δηλαδή τα τρία ζώα που αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για τους ανθρώπους στην αρχαία Αίγυπτο.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν περίπου 160 μαγικές επωδές, με σκοπό να βοηθήσουν τους νεκρούς να φτάσουν με ασφάλεια στον παράδεισο. Το σύνολο αυτών των κειμένων είναι σήμερα γνωστό ως «Βιβλίο των Νεκρών», ένας όρος που καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα από τον Γερμανό καθηγητή, δρ Καρλ Ρίχαρντ Λέψιους. Ο όρος αυτός θεωρείται σαφώς πιο εύηχος από την κυριολεκτική μετάφραση του αιγυπτιακού τίτλου, «Το Βιβλίο της Εξόδου στο Φως της Ημέρας». Ένα αντίγραφο του κειμένου ηλικίας περίπου 2.000 ετών εκτίθεται σήμερα στο Brooklyn Museum, σε μια εντυπωσιακή, πλήρη και επιχρυσωμένη μορφή.
«Αυτό το συγκεκριμένο Βιβλίο των Νεκρών είναι επιχρυσωμένο και πλήρες και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι εξαιρετικά σπάνια», δήλωσε η αιγυπτιολόγος Γεκατερίνα Μπαρμπάς, επισημαίνοντας ότι, πριν εργαστεί για τη συγκεκριμένη έκθεση, δεν είχε δει ποτέ στη μακρόχρονη ερευνητική της πορεία επιχρυσωμένο πάπυρο. Πρόκειται για έναν από τους περίπου δέκα επιχρυσωμένους αιγυπτιακούς παπύρους που είναι γνωστό ότι υπάρχουν παγκοσμίως, ενώ το γεγονός ότι υπάρχουν κενά φύλλα στην αρχή και στο τέλος του κυλίνδρου αποδεικνύει ότι το βιβλίο είναι πλήρες.
Χιλιάδες χρόνια πριν, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι άρχισαν να χαράσσουν επωδές στους τοίχους των τάφων, με την ελπίδα ότι θα προσέφεραν βοήθεια στους νεκρούς κατά το επικίνδυνο ταξίδι τους, όπως αναφέρει ο Guardian. «Υπάρχει μια μακρά παράδοση θρησκευτικής λογοτεχνίας που ξεκινά από τα Κείμενα των Πυραμίδων, ήδη από την τρίτη χιλιετία π.Χ.», ανέφερε η Μπαρμπάς, προσθέτοντας ότι υπάρχουν ενδείξεις πως τα κείμενα αυτά ανήκαν αρχικά σε προφορική παράδοση.
Με την πάροδο του χρόνου, τα κείμενα αυτά πολλαπλασιάστηκαν και τελικά συγκεντρώθηκαν σε έναν ενιαίο κύλινδρο. Όσοι διέθεταν την οικονομική δυνατότητα, ανέθεταν σε γραφέα τη δημιουργία ενός προσωπικού αντιγράφου του Βιβλίου των Νεκρών, το οποίο χρησιμοποιούνταν στις ταφικές τελετές ενός συγγενικού προσώπου. Τα κείμενα αυτά κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και χρήσεων.
«Διαφορετικά κεφάλαια του βιβλίου πραγματεύονται διαφορετικά θέματα», εξήγησε η Μπαρμπάς. «Ορισμένα κείμενα χρησιμοποιούνταν από τους ζωντανούς, όπως προστατευτικές επωδές ενάντια σε σκορπιούς, κροκόδειλους ή έντομα. Άλλα απαγγέλλονταν κατά τη μουμιοποίηση ή την ταφή, ενώ υπήρχαν και μεταμορφωτικά ξόρκια που βοηθούσαν το πνεύμα να μετασχηματιστεί σε διαφορετικές μορφές και να ταξιδεύει ανάμεσα στους κόσμους».

Το αντίγραφο του Βιβλίου των Νεκρών που ανήκει στο Μουσείο του Μπρούκλιν έχει μια μακρά και περίπλοκη ιστορία. Χρονολογείται μεταξύ 340 π.Χ. και 57 π.Χ. και μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον 19ο αιώνα από τον Βρετανό γιατρό, Χένρι Άμποτ, ο οποίος διοργάνωσε μια μεγάλη έκθεση αιγυπτιακών αρχαιοτήτων με στόχο την πώληση του παπύρου. Αν και η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του ποιητή Ουόλτ Ουίτμαν, ο οποίος υπέγραψε το βιβλίο επισκεπτών είκοσι φορές. Σύμφωνα με την Μπαρμπάς, ο Ουίτμαν ενδιαφερόταν έντονα για τον αρχαίο κόσμο, ανέπτυξε φιλία με τον Άμποτ και αναφέρθηκε στο Βιβλίο των Νεκρών σε ορισμένα δοκίμιά του.
Ο πάπυρος πέρασε αργότερα στην κατοχή της New York Historical Society, η οποία σήμερα είναι γνωστή ως New York Historical, και το 1948 περιήλθε στο Μουσείο του Μπρούκλιν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ξεκίνησε μια τριετής και ιδιαίτερα απαιτητική προσπάθεια συντήρησης, υπό την καθοδήγηση του συντηρητή Άχμεντ Τάρεκ και με τη συμμετοχή των συντηρητών του μουσείου Λίζα Μπρούνο, Σάρα Μπόουν και Ζοζεφίν Τζενκς. Στόχος ήταν ο διαχωρισμός του παπύρου από το όξινο υπόστρωμα στο οποίο είχε τοποθετηθεί και η σταθεροποίησή του για τις επόμενες γενιές.
«Είναι σαν να έχεις νιφάδες δημητριακών που έχουν πιεστεί επίπεδα, είναι εξαιρετικά εύθραυστο», ανέφερε χαρακτηριστικά η Μπρούνο. Η ομάδα χρησιμοποίησε ειδικά τζελ για να διοχετεύσει νερό με ελεγχόμενο τρόπο στον πάπυρο και κατόρθωσε να τον αποκολλήσει προσεκτικά από το υπόστρωμα. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε εκ νέου πάνω σε εξαιρετικά λεπτό ιαπωνικό χαρτί από ίνες κόζο, με πάχος που μπορεί να φτάνει μόλις τα 0,02 χιλιοστά ανά φύλλο.
Το γεγονός ότι πολλά τμήματα του Βιβλίου των Νεκρών είναι επιχρυσωμένα σχετίζεται άμεσα με τον σκοπό του κειμένου και τις αιγυπτιακές αντιλήψεις γύρω από τον χρυσό. Εικόνες όπως στέμματα, ηλιακοί δίσκοι και ιερά έχουν επιχρυσωθεί για να τονιστεί η σημασία τους. Παράλληλα, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι συνέδεαν τον χρυσό με την αναγέννηση και τη θεϊκή φύση, γεγονός που καθιστά λογική τη χρήση του στο Βιβλίο των Νεκρών.
«Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι οι θεοί είχαν δέρμα από χρυσό, οστά από ασήμι και μαλλιά από λάπι λάζουλι», ανέφερε η Μπαρμπάς. «Ο χρυσός δεν φθείρεται, επομένως συνδεόταν με την αιωνιότητα και το θείο. Υπήρχε όμως και το στοιχείο της πολυτέλειας, καθώς μόνο όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν».
Καθώς δεν υπήρχε απόλυτη συμφωνία σχετικά με το ποια κείμενα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο Βιβλίο των Νεκρών, και λόγω της μοναδικότητας κάθε γραφέα, κάθε αντίγραφο διέφερε από όλα τα υπόλοιπα. Οι διαστάσεις του κυλίνδρου, η επιλογή και η σειρά των κειμένων, αλλά ακόμη και η ορθογραφία και η επιλογή λέξεων παρουσίαζαν διαφοροποιήσεις. «Θεωρούνταν σχεδόν θρησκευτική διορατικότητα να προστίθενται επιπλέον λέξεις και ερμηνείες», σημείωσε η Μπαρμπάς, εξηγώντας ότι οι γραφείς συχνά παρέθεταν εναλλακτικά κείμενα στο ίδιο αντίγραφο, προσπαθώντας να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία.
Η επιστροφή του Βιβλίου των Νεκρών στο κοινό αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα, το οποίο, σύμφωνα με την Μπαρμπάς και την Μπρούνο, άξιζε απόλυτα τον κόπο. «Οι επισκέπτες του μουσείου μέχρι στιγμής μένουν άφωνοι, όπως κι εγώ», ανέφερε η Μπρούνο. Η Μπαρμπάς πρόσθεσε ότι το έργο είναι τόσο λεπτεπίλεπτο, εύθραυστο και περίτεχνο, που θυμίζει δαντέλα ή ιστό αράχνης, χαρακτηρίζοντάς το απλώς εκπληκτικό.