Η φαινομενικά ανεξήγητη αλλαγή διάθεσης του Μάικλ ΜακΝτέιντ, που ένα ανοιξιάτικο πρωινό άρχισε να σφυρίζει και να τραγουδά λέγοντας «είμαι πολύ ευτυχισμένος», έμελλε να αποκαλύψει λίγες ημέρες αργότερα ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας στο Νότιγχαμσαϊρ. Ο 60χρονος, ο οποίος ζούσε απομονωμένος σε πλωτό σπίτι έπειτα από χρόνια πικρίας και εμμονής, είχε ήδη δολοφονήσει τη σύζυγό του.

Το πρωί της 19ης Απριλίου 2024, ο Μάικλ ΜακΝτέιντ δολοφόνησε την εν διαστάσει σύζυγό του, Ρέιτσελ ΜακΝτέιντ, 53 ετών, στραγγαλίζοντάς τη με κορδόνι από μπότα μέσα στο οικογενειακό σπίτι στο Νότιγχαμσαϊρ, όπου είχαν ζήσει μαζί στο παρελθόν. Αφού κλείδωσε όλες τις πόρτες και ανάγκασε τον γιο τους να μπει στο σπίτι από το παράθυρο του μπάνιου για να βρει τη σορό της μητέρας του, ο δράστης εγκατέλειψε τη σκηνή. Αργότερα παραδόθηκε στην αστυνομία και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 23 ετών και τεσσάρων μηνών, αφού ομολόγησε την πράξη του στο Δικαστήριο του Στέμματος του Νότιγχαμ.

Σήμερα, οι τρεις γιοι του ζευγαριού, ο Όουεν 25 ετών, ο Άλφι 22 και ο Ίσαακ 19, μιλούν για πρώτη φορά δημόσια, περιγράφοντας πώς ο πατέρας τους συνεχίζει, ακόμη και μέσα από τη φυλακή να προσπαθεί να ελέγχει και να βασανίζει τις ζωές τους. Ο Όουεν δηλώνει ότι ο πατέρας τους προσπαθούσε να χειραγωγεί και να ελέγχει τη μητέρα τους, ωστόσο εκείνη στεκόταν πάντα με αξιοπρέπεια, τονίζοντας πως ήταν μια υπέροχη μητέρα και πως η δολοφονία της από τον ίδιο τους τον πατέρα είναι κάτι που δεν μπορούν ούτε να αποδεχτούν ούτε να συγχωρήσουν.

Η Ρέιτσελ και ο ΜακΝτέιντ, γνωστός ως Μικ, ήταν μαζί για 30 χρόνια, αφού γνωρίστηκαν σε τοπική παμπ. Εκείνη ήταν μητέρα πλήρους απασχόλησης, αφοσιωμένη στα τρία της παιδιά και ιδιαίτερα αγαπητή στην τοπική κοινωνία. Ο Ίσαακ θυμάται ότι η μητέρα τους τους πήγαινε σε κολύμβηση και ποδόσφαιρο, βοηθούσε στο κυλικείο της ποδοσφαιρικής ομάδας και λάτρευε να ψήνει γλυκίσματα για σχολικές εκδηλώσεις. Ήταν, όπως λέει, ένας άνθρωπος με «καρδιά από χρυσάφι», πολύ δεμένη με τη μητέρα της, Ιζόμπελ, και την ανιψιά της, Τζέιντ, που ζούσε κοντά.

Για ένα μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας, τα παιδιά μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που φαινόταν ευτυχισμένο. Όπως αναφέρει η Sun, ο Όουεν περιγράφει έναν πατέρα με επιτυχημένη επιχείρηση κηπουρικής, ένα μεγάλο σπίτι και οικογενειακές διακοπές στο Ντέβον και αργότερα στην Ισπανία. Προς τα έξω, όπως λέει, έμοιαζαν με την τέλεια οικογένεια.

Η εικόνα αυτή άρχισε να καταρρέει το 2020, όταν ο ΜακΝτέιντ εγκατέλειψε ξαφνικά το οικογενειακό σπίτι και αγόρασε ένα πλωτό σκάφος, όπου περνούσε τις νύχτες, επιστρέφοντας καθημερινά για φαγητό και για να πλένει τα ρούχα του. Κατηγόρησε τη Ρέιτσελ για μια ανύπαρκτη, όπως αποδείχτηκε, εξωσυζυγική σχέση και της επέρριπτε την ευθύνη για τα πάντα. Εκείνη αναγκάστηκε να εργαστεί σε τοπικό καφέ για να καλύψει τα έξοδα, ενώ ο έλεγχος και η πίεση από την πλευρά του πατέρα τους εντείνονταν καθημερινά.

Αρχικά, η Ρέιτσελ συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις του, ελπίζοντας σε επανασύνδεση. Όμως το 2024 αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Επισκέφθηκε δικηγόρο και του ανακοίνωσε ότι θέλει διαζύγιο, ζητώντας όρια και το δικαίωμα να προχωρήσει τη ζωή της. Η αντίδρασή του ήταν να διακόψει κάθε οικονομική στήριξη, ακυρώνοντας ακόμα και τις ασφαλίσεις του σπιτιού και του αυτοκινήτου της.

Παρά τις δυσκολίες, η Ρέιτσελ δεν αντέδρασε. Πούλησε το αυτοκίνητό της για να αγοράσει δώρα στα παιδιά της για τα γενέθλιά τους και περπατούσε καθημερινά για να πάει δουλειά. Το καλοκαίρι του 2023 είχε εκφράσει φόβους στον Ίσαακ, όταν ο ΜακΝτέιντ την άρπαξε από τους καρπούς στον κήπο τους, ανησυχώντας ότι ίσως προχωρήσει σε κάτι χειρότερο.

Τους τελευταίους μήνες πριν από τη δολοφονία της, η Ρέιτσελ έδειχνε ευτυχισμένη, γιόρτασε τα 18α γενέθλια του Ίσαακ και σχεδίαζε τα 21α του Άλφι, καθώς και μια εκδρομή με τα παιδιά της. Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα, η διάθεση του ΜακΝτέιντ άλλαξε αισθητά, κάτι που οι γιοι του θυμούνται με τρόμο.

Την ημέρα της δολοφονίας, ο δράστης περίμενε ψύχραιμος να φύγουν τα παιδιά για τη δουλειά τους και επιτέθηκε στη Ρέιτσελ όταν έμεινε μόνη. Όταν ο Όουεν επέστρεψε απρόσμενα στο σπίτι, συνάντησε τον πατέρα του κοντά στο σπίτι, ο οποίος του είπε πολύ ήρεμα ότι δεν μπορεί να μπει μέσα, προσθέτοντας τη φράση: «Τη σκότωσα». Λίγο αργότερα, ο νεαρός βρήκε τη μητέρα του νεκρή στο πάτωμα.

Η οικογενειακή τραγωδία συνεχίστηκε και τους επόμενους μήνες, με τα παιδιά να πληροφορούνται λεπτομέρειες του θανάτου της μητέρας τους από τα μέσα ενημέρωσης. Ο ΜακΝτέιντ δήλωσε ένοχος τον Ιούλιο του 2024 και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, χωρίς ωστόσο να δώσει απαντήσεις, ενώ, σύμφωνα με τους γιους του, συνεχίζει να τους στερεί οικονομική στήριξη.

Σήμερα, τα τρία αδέλφια προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό για τη βία κατά των γυναικών. Ο Όουεν συγκεντρώνει χρήματα για τον οργανισμό Support After Murder and Manslaughter, ενώ συνάδελφοι της Ρέιτσελ πραγματοποίησαν άλμα με αλεξίπτωτο για τη στήριξη της Women’s Aid. Όπως τονίζουν, μοιράζονται την ιστορία τους με την ελπίδα ότι θα σωθεί έστω και μία ζωή, καλώντας τις γυναίκες να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια ελέγχου και κακοποίησης.