Είναι πλέον επίσημο: Η Ρωσία επιστρέφει στη φετινή Μπιενάλε Τέχνης Βενετίας, αποτελώντας μία από τις 99 συμμετέχουσες χώρες του κορυφαίου καλλιτεχνικού θεσμού. Η έκθεση θα ξεκινήσει στις 9 Μαΐου και θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό μέχρι τις 22 Νοεμβρίου.

Πρόκειται για μια προσωπική απόφαση του προέδρου του ιδρύματος της Biennale Τέχνης, Πιετράντζελο Μπουταφούοκο, ο οποίος υπογράμμισε ότι η καλλιτεχνική έκφραση πρέπει να είναι ελεύθερη και να παραμείνει έξω από πολιτικές εντάσεις – αλλά ακόμη και από πολιτικές συρράξεις – και ότι «πρόκειται για έναν χώρο συνάντησης και εκεχειρίας».

Οι υπουργοί Πολιτισμού είκοσι δύο ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, ζήτησαν από τον Μπουταφουόκο «να αναθεωρήσει την συγκεκριμένη του απόφαση, διότι είναι ασύμβατη με τις παρούσες συνθήκες».

Στην συγκεκριμένη επιστολή υπογραμμίζεται ότι υπάρχει κίνδυνος εκμετάλλευσης του γεγονότος αυτού από την Μόσχα, η οποία «θέλει να προβάλει μια εικόνα νομιμότητας και διεθνούς αποδοχής, σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, όπως και με την καταστροφή της ουκρανικής πολιτιστικής κληρονομιάς».

Πριν από λίγο, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τις Βρυξέλλες, υπογράμμισε ότι η Κομισιόν εξετάζει την συμφωνία οικονομικής στήριξης που έχει υπογραφεί με τον θεσμό της Biennale, για να εξακριβώσει αν τυχαίνουν σεβασμού οι αξίες και οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σε περίπτωση παραβίασης, η Κομισιόν μπορεί να παγώσει ή να ακυρώσει την συμφωνία», δήλωσε εκπρόσωπός της που ρωτήθηκε σχετικά. Τα τελευταία τρία χρόνια, οι Βρυξέλλες στήριξαν την γνωστή πολιτιστική διοργάνωση της Βενετίας, με δυο εκατομμύρια ευρώ.

Η ιταλική κυβέρνηση, μέσω του υπουργού πολιτισμού Αλεσάντρο Τζούλι, έκανε σαφή την αντίθεσή της στην επιλογή αυτή προσθέτοντας, όμως, ότι σέβεται την αυτονομία του θεσμού της Biennale. Όπως αναφέρει η ιταλική δημόσια τηλεόραση Rai, στην μεγάλη αυτή πολιτιστική διοργάνωση της Γαληνοτάτης, το 1974 είχαν φιλοξενηθεί Χιλιανοί καλλιτέχνες -παρά το πραξικόπημα του Πινοσέτ- ενώ το 1977 είχε δοθεί μεγάλη έμφαση σε «αντιφρονούντες γλύπτες και ζωγράφους» από την Ανατολική Ευρώπη, όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.