Την 1η Μαρτίου, την ώρα που οι αμερικανικές και ισραηλινές βόμβες έπλητταν την Τεχεράνη, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προέβη σε μια κυνική δήλωση: είπε πως μια σύρραξη με το Ιράν ήταν κάτι που «λαχταρούσε εδώ και 40 χρόνια». Αυτή η ομολογία, όμως, γεννά ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να ξεκινήσει έναν τέτοιο πόλεμο;
Επί τρεις δεκαετίες, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριζε -σχεδόν γραφικά- ότι το «παράθυρο» για να εμποδιστεί το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα έκλεινε οριστικά. Κι όμως, μόλις το περασμένο καλοκαίρι, μετά τον λεγόμενο «πόλεμο των 12 ημερών», ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε ότι τα πρωτοφανή αμερικανικά πλήγματα «εξαΰλωσαν» το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Έκτοτε, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το Ιράν βρέθηκε κοντά στην κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Ο επικεφαλής του προγράμματος Παλαιστίνης/Ισραήλ στο Arab Center της Ουάσιγκτον, Γιουσέφ Μουνάγιερ, γράφει στο Foreign Policy πως αυτή τη φορά, ο Νετανιάχου είχε δίκιο σε ένα πράγμα: ένα παράθυρο όντως έκλεινε – ή μάλλον περισσότερα από ένα. Μόνο που κανένα τους δεν σχετιζόταν με τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν. Τα κίνητρα ήταν καθαρά πολιτικά, τόσο στο Ισραήλ όσο και στις ΗΠΑ.
Μια μοναδική σχέση
Μέσα στον τελευταίο χρόνο, ο Νετανιάχου επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο έξι φορές, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ. Κανένας άλλος ξένος ηγέτης δεν έχει επισκεφτεί τόσο συχνά το Οβάλ Γραφείο. Στην ιστορία των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων, η προσωπική σχέση των δύο ανδρών ξεχωρίζει για την πρωτοφανή εγγύτητά της.
Οι ερμηνείες γι’ αυτή τη στενή σχέση ποικίλλουν. Ο Μουνάγιερ αναφέρει πως ίσως οφείλεται στους προσωπικούς δεσμούς των στενών κύκλων των δύο ανδρών. Ή ίσως, όπως δήλωσε ο Αμερικανός γερουσιαστής, Κρις Βαν Χόλεν, ο Νετανιάχου «βρήκε επιτέλους έναν πρόεδρο αρκετά ανόητο ώστε να επιτεθεί στο Ιράν». Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Τραμπ εμφανίστηκε πρόθυμος να κάνει για τον Νετανιάχου περισσότερα από κάθε άλλον προκάτοχό του.

Η «ημερομηνία λήξης» και το εκλογικό ρίσκο
Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Μουνάγιερ, αυτό το πολιτικό δίδυμο, έχει ημερομηνία λήξης, καθώς οι κάλπες που στήνονται φέτος και στις δύο χώρες ενδέχεται να ανατρέψουν τα δεδομένα.
Στο Ισραήλ, οι εκλογές έχουν προγραμματιστεί για το φθινόπωρο. Θα είναι η πρώτη εκλογική διαδικασία μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 που θεωρείται η μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία της χώρας και κόστισαν τη ζωή σε σχεδόν 1.200 ανθρώπους. Η ισραηλινή κοινή γνώμη δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να ζητήσει ευθύνες από τον Νετανιάχου για αυτό το φιάσκο, την ώρα που ο ίδιος δεν έχει αποδεχτεί ποτέ την υπαιτιότητά του. Επιπλέον, είναι η πρώτη φορά που τα αραβικά κόμματα του Ισραήλ θα κατέβουν ενωμένα, περιπλέκοντας τις ισορροπίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Μουνάγιερ γράφει πως ο Νετανιάχου δίνει μια μάχη επιβίωσης. Αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες για διαφθορά που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στη φυλακή, ποντάρει πως η εκστρατεία κατά του Ιράν θα συσπειρώσει τους ψηφοφόρους. Πάντως, αξίζει να αναφερθεί πως σύμφωνα με το Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των Εβραίων Ισραηλινών στηρίζει τον πόλεμο, μόλις το 25% των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ συμφωνεί.
Η αλλαγή της κοινής γνώμης
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Ιστορικά, αυτές οι αναμετρήσεις σπάνια ευνοούν τον εν ενεργεία πρόεδρο, και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ήττα μπορεί να είναι βαριά. Τα ποσοστά δημοτικότητας του Τραμπ ήταν χαμηλά πριν καν ξεκινήσει έναν αντιδημοφιλή πόλεμο χωρίς σαφές σχέδιο εξόδου. Μόλις το ένα τέταρτο των Αμερικανών στηρίζει τη σύγκρουση με το Ιράν, σύμφωνα με έρευνα των Reuters/Ipsos. Αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, τα χέρια του Τραμπ θα είναι δεμένα.
«Αν ο στόχος των Νετανιάχου και Τραμπ ήταν να ανοίξουν το μέτωπο με το Ιράν σε μια χρονική συγκυρία όπου θα μπορούσαν να δράσουν χωρίς πολλούς περιορισμούς, τότε η άνοιξη και το καλοκαίρι του 2026 ήταν -για καθαρά εκλογικούς λόγους- το μοναδικό τους “παράθυρο ευκαιρίας”», εξηγεί ο Μουνάγιερ.
Ωστόσο, υπάρχει και ένα ακόμα παράθυρο που κλείνει: αυτό της κοινής γνώμης. Το Ισραήλ χάνει το έρεισμά του στην αμερικανική κοινωνία. Δημοσκόπηση της Gallup έδειξε πρόσφατα ότι, για πρώτη φορά, περισσότεροι Αμερικανοί τρέφουν συμπάθεια για τους Παλαιστίνιους παρά για τους Ισραηλινούς. Αυτή η τάση είχε ξεκινήσει πριν από τη γενοκτονία στη Γάζα, αλλά επιταχύνθηκε ραγδαία εξαιτίας της. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο πόλεμος με το Ιράν θα οδηγήσει τη δημοτικότητα του Ισραήλ σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα.