Εργαζόμενη της Πλεύσης Ελευθερίας κατηγορεί τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για ηθική παρενόχληση, εξευτελιστική συμπεριφορά, εξαντλητικά ωράρια και μη καταβολή δεδουλευμένων, με την υπόθεση να φτάνει στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Μια σοβαρή καταγγελία που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα των εργασιακών σχέσεων σε πολιτικά κόμματα φέρνει στο φως υπάλληλος της Πλεύσης Ελευθερίας, η οποία στρέφεται ευθέως κατά της προέδρου Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η εργαζόμενη, Άννα Καρακίτσου, καταγγέλλει ηθική παρενόχληση, προσβλητική συμπεριφορά, καθώς και συστηματική μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, οδηγώντας την τελικά στην καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με το κόμμα.
Σύμφωνα με την αναφορά που έχει ήδη κατατεθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, η εργαζόμενη περιγράφει ένα περιβάλλον έντονης πίεσης και διαρκούς ελέγχου, το οποίο – όπως υποστηρίζει – υπερέβαινε τα όρια της επαγγελματικής αυστηρότητας. Γίνεται λόγος για παρατηρήσεις ακόμη και για τον χρόνο παραμονής της στην τουαλέτα, αλλά και για άτυπες «απαγορεύσεις» να συνομιλεί ή να χαιρετά στελέχη άλλων πολιτικών χώρων, πρακτικές που η ίδια θεωρεί ενδεικτικές κλίματος καχυποψίας και απομόνωσης.
Η καταγγέλλουσα μιλά για συμπεριφορές που περιγράφει ως ιδιαίτερα επιβαρυντικές ψυχολογικά, σημειώνοντας ότι χρειάστηκε να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας λόγω της κατάστασης που βίωνε στον χώρο εργασίας. Υποστηρίζει ακόμη ότι δεχόταν υποτιμητικές αναφορές σχετικά με τον τρόπο πρόσληψής της, καθώς φέρεται να της επισημαινόταν πως εργάζεται στο κόμμα λόγω επιθυμίας συγγενικού προσώπου, δεδομένου ότι είναι σύζυγος του αδελφού της βουλευτού της Πλεύσης Ελευθερίας, Τζώρτζιας Κεφαλά.
Ιδιαίτερα αιχμηρές είναι οι περιγραφές για τις συνθήκες εργασίας και τα ωράρια, καθώς η εργαζόμενη ισχυρίζεται ότι σε ορισμένες περιόδους χρειάστηκε να εργαστεί έως και 30 ώρες μέσα σε δύο ημέρες, χωρίς σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, αναφέρεται σε περιστατικά που ερμηνεύει ως τιμωρητικά, όπως η αφαίρεση των κλειδιών του γραφείου της και η απαίτηση να εγκαταλείψει τον χώρο μέσα σε πέντε λεπτά, παίρνοντας άρον–άρον τα προσωπικά της αντικείμενα.
Στην καταγγελία περιλαμβάνονται επίσης αναφορές σε πρακτικές αυστηρού ελέγχου, όπως ο έλεγχος προσωπικής σακούλας πριν από την αποχώρησή της από τα γραφεία, καθώς και σε σκηνικά που, κατά την ίδια, προσέγγιζαν τη λογική «ανάκρισης». Κάνει λόγο για επίμονες ερωτήσεις γύρω από ζήτημα υγείας άλλης συνεργάτιδας αλλά και για λεκτικές εκφράσεις που θεωρεί εξευτελιστικές, όπως «Φύγε» και «Τώρα, διάλεξε στρατόπεδο», αποτυπώνοντας ένα κλίμα πόλωσης και έντονων εσωτερικών εντάσεων.
Η υπόθεση, που πλέον βρίσκεται ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο για την Πλεύση Ελευθερίας και την πρόεδρό της, καθώς οι καταγγελίες δεν αφορούν μόνο την πολιτική αντιπαράθεση αλλά τον τρόπο λειτουργίας του κόμματος ως εργοδότη. Αν επιβεβαιωθούν, αναμένεται να προκαλέσουν σοβαρή πολιτική και κοινωνική συζήτηση για τα εργασιακά δικαιώματα στο εσωτερικό των μικρών αλλά προβεβλημένων πολιτικών σχηματισμών, όπου η απόσταση ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και την καθημερινή πρακτική δοκιμάζεται στην πράξη