Πίνοντας ούζο μέρα μεσημέρι σε μια παλιά ταβέρνα, σκεπασμένη με ιστούς αράχνης, στο κυκλαδίτικο νησί της Πάρου, ο αφηγητής της ιστορίας που ακολουθεί και δημοσιεύεται στον Guardian πήρε μια απόφαση που έμελλε να τον στοιχειώσει για πάντα: να γράψει ένα γράμμα στους γονείς του, με το οποίο θα τους αποκάλυπτε την πραγματική του ταυτότητα. Το γράμμα σφραγίστηκε σε φάκελο απλής αλληλογραφίας, το γραμματόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας υγράνθηκε με γεύση γλυκάνισου και ταχυδρομήθηκε.
Ήταν η δεκαετία του 1990. Ο αφηγητής είχε μόλις μετακομίσει από την Αυστραλία στο Λονδίνο μαζί με τον σύντροφό του, τον Νικ, και μια καλή φίλη, τη Τζούλι. Οι τρεις τους ταξίδεψαν στην Ελλάδα για διακοπές, κάνοντας island hopping, επιβιβαζόμενοι σε πλοία χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα, γνωρίζοντας ελάχιστα για τους προορισμούς τους, πέρα από το ότι το backpacking ήταν οικονομικό.
Στα λιμάνια, ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων τούς έβαζαν στα αυτοκίνητά τους και τους οδηγούσαν σε απομονωμένα δωμάτια. Εκεί κοιμούνταν σε λευκά σεντόνια, πλυμένα και απλωμένα να στεγνώσουν πάνω σε αρωματικούς φράχτες από δεντρολίβανο. Περπατούσαν σε χωμάτινα μονοπάτια, μιλούσαν σε κατσίκες και έμπαιναν σε ξωκλήσια με την αίσθηση ελευθερίας που χαρακτηρίζει τους περίεργους ταξιδιώτες από την Αυστραλία.
Στην Πάρο έκλεισε τα 30 του χρόνια και σε μια υπερβολική έκρηξη θεατρικότητας, τραγούδησε το «I Don’t Care» της Τζούντι Γκάρλαντ, χορεύοντας πάνω σε ένα κομμάτι γρανίτη, μέρος αρχαίου ερειπίου. Όμως η αλήθεια ήταν διαφορετική. Νοιαζόταν βαθιά, καθώς στην Αυστραλία είχε μάθει να ζει ως ο ετεροφυλόφιλος γιος που ήθελαν οι γονείς του. Έπειτα από μισό μπουκάλι ούζο, πήρε την απόφαση να «σκοτώσει» αυτόν τον ρόλο.
Καθώς το γράμμα του διέσχιζε το Αιγαίο με πλοίο προς την Αθήνα, η μετάνοια μπήκε στα όνειρά του. Είδε εφιάλτες πατροκτονίας. Το νησί παρέμενε όμορφο, όμως μια σκοτεινή αίσθηση υπονόμευε την απόλαυσή του.
Φεύγοντας από την Πάρο με προορισμό τη Μύκονος, την οποία αντιλαμβανόταν ως queer καταφύγιο, ήλπιζε να ζήσει χωρίς ενοχές. Παραλίες γεμάτες ημίγυμνους άνδρες. Όμως σε ένα μπαρ διακοσμημένο με δίχτυα και φωσφοριζέ σημαδούρες, περικυκλώθηκε από ηλικιωμένες Ελληνίδες που τον κάλεσαν να χορέψει. Όχι με Κάιλι ή Μαντόνα, αλλά με τα ετεροκανονικά τραγούδια του Μπρους Σπρίνγκστιν.
Αναγκάστηκε να κάνει κινήσεις σαν αυτές που κάνουν τα παιδιά με τους γονείς τους σε γάμους, πιασμένοι χέρι-χέρι, μπρος-πίσω, σαν ρομπότ που πριονίζουν ξύλο. Φαντάστηκε ότι οι γιαγιάδες είχαν σταλεί από τους γονείς του για να του θυμίσουν τον γιο που δεν ήθελε πια να είναι. Το «καλό παιδί». Τον ψεύτη.
Μετά τη Μύκονο, το ταξίδι συνεχίστηκε στη Νάξο, την Ίο και τη Σαντορίνη. Στη Φολέγανδρο έμειναν σε μια βίλα δίπλα στη θάλασσα, στο τέλος ενός μονοπατιού που «φρουρούσε» ένας γάιδαρος με ειρωνικό βλέμμα. Τα βράδια έπιναν φθηνή ρετσίνα και έψηναν σαρδέλες.
Ανίκανος να κοιμηθεί, στράφηκε στη νυχτερινή γραφή. Άρχισε να γράφει ένα μυθιστόρημα για δύο κρυφά ομοφυλόφιλους νέους από μια καταπιεστική κοινότητα της Μορμονικής Εκκλησίας στο Σολτ Λέικ Σίτι, που ταξιδεύουν στην Αυστραλία και ερωτεύονται. Ήταν μια προβληματική, διδακτική προβολή όσων ήλπιζε να πετύχει φεύγοντας στο βόρειο ημισφαίριο.
Τρεις εβδομάδες μετά την αποστολή του γράμματος, βρήκε ένα καρτοτηλέφωνο στη Φολέγανδρο και κάλεσε την αδελφή του. Ρώτησε αν οι γονείς τους ήταν καλά και αν είχαν λάβει γράμμα. Εκείνη απάντησε αρνητικά. Ταραγμένος, επικοινώνησε με συγκάτοικο στο Λονδίνο που έλεγχε την αλληλογραφία του. Ένα γράμμα είχε φτάσει. Δεν ήταν από τους γονείς του. Ήταν μια επαγγελματική πρόταση από διαφημιστική εταιρεία στο Μπρίσμπεϊν, τόσο καλή που, όπως είπε στους φίλους του, δεν μπορούσε να την αρνηθεί.
Η αλήθεια ήταν διαφορετική. Ήθελε να επιστρέψει στην Αυστραλία για να προλάβει το γράμμα του, πριν οι γονείς του το πάρουν από το γραμματοκιβώτιο και το ανοίξουν στο τραπέζι της κουζίνας. Έφτασε πολύ αργά.
Η μητέρα του, που άνοιξε μόνη της το γράμμα, είχε ήδη «τσιμεντώσει» τα συναισθήματά της. Τα λόγια του, γραμμένα υπό την επήρεια αλκοόλ, ξεπερνούσαν τα όριά της. Δεν ήθελε να μιλήσει για το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Δεν ήθελε ούτε να το μάθει ο πατέρας του.
Σήμερα, όταν σκέφτεται την Πάρο, δεν του έρχονται στο μυαλό τα χρώματα του Αιγαίου, τα αρωματικά σεντόνια ή οι κατσίκες. Θυμάται το γράμμα που έστειλε από εκεί στους γονείς του. Τι σήμαινε να γράψει ένα τέτοιο γράμμα. Ήταν σύμβολο της απόστασης ανάμεσά τους. Και σύμβολο της αφέλειάς του. Ότι πίστεψε πως ένα γράμμα θα ήταν αρκετό.