Συναντηθήκαμε με την Ηλιάνα Μαυρομάτη σε ένα παρκάκι στου Ζωγράφου, με αφορμή την παράσταση Barcelona, που ανεβαίνει εδώ και λίγες ημέρες στο θέατρο Πτι Παλαί και ήδη έχει αγκαλιαστεί από το κοινό.
Βέβαια, αυτό δεν μας κάνει εντύπωση, καθώς τόσο η Ηλιάνα Μαυρομάτη όσο και ο συμπρωταγωνιστής της στην παράσταση, Μιχάλης Λεβεντογιάννης, είναι δύο ηθοποιοί της γενιάς τους, που ο κόσμος αγαπάει. Στην κουβέντα που είχαμε μιλήσαμε για όλα: για την Barcelona, τη συντηρητική Αμερικανίδα Αϊρίν που ενσαρκώνει, τον ρόλο που πήρε σχεδόν τελευταία στιγμή και είχε περιθώριο 20 ημερών να προετοιμαστεί.
Επίσης, η Ηλιάνα Μαυρομάτη μάς εξομολογήθηκε την ανάγκη που έχει η ίδια να είναι σε ένα πρόγραμμα και πόσο την αγχώνει το χάος, για την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, αλλά και ποια επανάσταση θα μπορούσε να κάνει.
– Barcelona… Αν δεν κάνω λάθος, ανέλαβες τον ρόλο κάπως την τελευταία στιγμή;
Ναι, είχα 20 ημέρες περιθώριο για να τον αναλάβω. Καλά πήγε, φτου φτου φτου, Παναγιά μου.
– Δύσκολο;
Δεν νομίζω ότι έχω κάνει κάτι πιο ακραίο στη δουλειά, αλλά, ενστικτωδώς, μάλλον επειδή μου άρεσε πάρα πολύ το κείμενο και η συνθήκη και όλα, είπα: «Πάμε τώρα». Δούλεψα νυχθημερόν.
– Ένα δύσκολο κείμενο.
Δύσκολο, αλλά πάρα πολύ καλογραμμένο και πολύ καλά δομημένο. Οπότε εύκολο να το καταλάβεις και να μπεις μέσα σε αυτό.

– Με τον Μιχάλη Λεβεντογιάννη είχες συνεργαστεί ξανά;
Όχι, πρώτη φορά συναντηθήκαμε.
– Οπότε δεν είναι και αυτό δύσκολο, να αποκτήσεις δηλαδή αυτή την επαφή και οικειότητα με τον συμπρωταγωνιστή σου;
Ναι, αλλά ήταν υπέροχος ο Μιχάλης και πάρα πολύ βοηθητικός. Όπως και ο σκηνοθέτης μας, Πάρις Ερωτοκρίτου, αλλιώς δεν θα τα κατάφερνα. Οπότε είχαμε πάρα πολύ καλή χημεία από την αρχή. Αν εξαιρέσεις το χρονικό διάστημα που ήταν πάρα πολύ σύντομο, όλα τα υπόλοιπα ήταν ιδανικά. Μάλλον γι’ αυτό και τα καταφέραμε.
– Γενικότερα, είσαι του ρίσκου;
Ναι, είμαι. Επειδή πάω αρκετά ενστικτωδώς στα πράγματα, πάντα σε όλο αυτό υπάρχει ρίσκο.
– Και ειδικά στη δική σας δουλειά που είναι η ίδια ένα ρίσκο, χρειάζεται νομίζω και το ένστικτο.
Ναι όντως, η δική μας δουλειά είναι από μόνη της ένα συνεχές ρίσκο, όπου λες τώρα «θα επιβιώσω του χρόνου;».
– Όταν έχεις μία πρόταση ή ξεκινάς μια δουλειά, έχεις το ένστικτο εάν αυτή πάει καλά;
Έχω μια βαθιά πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να κάνουν κάτι, χαίρονται πάρα πολύ με αυτό και τους αρέσει και το πιστεύουν, θα πάει και καλά. Οπότε εκεί επικεντρώνω το ένστικτό μου, στο πόσο νιώθω ότι η συνθήκη είναι ωραία, σωστή. Αν υπάρχει αυτή η βάση, τότε πιστεύω ότι όντως θα πάει καλά.

– Στην Barcelona τι ήταν αυτό που είδες και σκέφτηκες ότι θα πάει καλά; Γιατί πάει καλά, έκανε ένα πολύ καλό ξεκίνημα.
Νομίζω ότι το πρώτο ήταν το κείμενο, δηλαδή με το που διάβασα το κείμενο και είδα πόσο ωραίο έργο είναι και πόσο καλογραμμένο, είπα ότι εδώ έχουμε ένα πολύ καλό υλικό ως βάση – γιατί νομίζω ότι στο θέατρο το πιο βασικό είναι πάντα αυτό, τουλάχιστον για μένα, το κείμενο. Μετά είναι ο ρεαλισμός, που εμένα μου αρέσει πάρα πολύ στο θέατρο αλλά και γενικότερα, και αυτό είναι ένα ρεαλιστικό κείμενο, οπότε ένιωθα ότι θα το απολαύσω πάρα πολύ παίζοντας μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Και μετά ήρθαν οι συνεργάτες, όπου εκεί λέω: «Είναι ωραία η συνθήκη γενικά, πάμε». Αλλά πάντα πρωταρχικό ρόλο, όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στην τηλεόραση, νομίζω πως παίζει το κείμενο.
– Είναι όμως και η χημεία, τουλάχιστον για εμάς τους θεατές παίζει ρόλο και η χημεία ανάμεσα στους πρωταγωνιστές.
Είναι βέβαια. Ισχύει.
– Εσύ στην παράσταση υποδύεσαι την Αϊρίν;
Ναι, μια νέα κοπέλα από την Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντένβερ.
– Η επιλογή του Ντένβερ παίζει κάποιο ρόλο στην ιστορία;
Παίζει ρόλο ως προς την κουλτούρα κάποιων πολιτειών της Αμερικής, που είναι αρκετά συντηρητικές κι αρκετά οπισθοδρομικές σε πολλά πράγματα. Η ίδια φέρει αυτή τη συντήρηση και οπισθοδρόμηση σε πολλά επίπεδα της σκέψης της. Θεωρεί -όπως όλοι οι μη καλλιεργημένοι Αμερικανοί- ότι η Αμερική είναι το κέντρο του κόσμου, οριακά γνωρίζει τι θα πει Ευρώπη. Θεωρεί ότι όλη η Ευρώπη είναι το ίδιο, ότι είναι μια χώρα, ίσως. Δεν ξέρω αν έχει καν αίσθηση των υπόλοιπων ηπείρων. Θεωρεί ότι η Αμερική είναι ο κόσμος και από εκεί και πέρα οι υπόλοιποι είναι χωριά που την πλαισιώνουν. Η Αϊρίν είναι αρκετά αποπολιτικοποιημένη. Πρόκειται, λοιπόν, να παντρευτεί και αποφασίζει να κάνει ένα μπατσελορέτ πάρτι στη Βαρκελώνη, στο «εξωτικό» για αυτήν, μέρος. Ένα βράδυ, λοιπόν, σε αυτό το μπατσελορέτ πάρτι συναντά τυχαία σε ένα μπαρ, όπου είναι μαζί με τις φίλες της, τον Μανουέλ, έναν γοητευτικό και μυστηριώδη Ισπανό, ο οποίος μετά από μία νύχτα «μπερδεμένη» λόγω του αλκοόλ, την πάει σε ένα σπίτι, με την ίδια να νομίζει ότι πάνε για ένα one night stand. Ωστόσο, τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά από αυτό που πίστευε, καθώς δεν ήταν αυτή η πρόθεση του Μανουέλ.

– Πάντως, μία συντηρητική κοπέλα να κάνει one night stand είναι κάπως αντιφατικό.
Και τη βλέπουμε αυτή την αντίφαση και αυτόν τον αγώνα που κάνει: να το αποφασίσει, να μην το αποφασίσει. Δεν είναι καλά στη σχέση και στον γάμο που πρόκειται να κάνει, αλλά από την άλλη είναι συντηρητική.
– Επειδή ήρθε στην Ευρώπη, αυτός ο ευρωπαϊκός αέρας την κάνει και πιο ανοιχτή; Αισθάνεται πιο ελεύθερη;
Ακριβώς. Τη γοητεύει όλο το πολιτισμικό πλαίσιο της Ευρώπης που είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που ζει στην Αμερική. Έρχεται σε επαφή ουσιαστικά με έναν πολύ πιο ενδιαφέροντα πολιτισμό από εκείνον που έχει γαλουχηθεί η ίδια. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον το έργο, γιατί βλέπουμε δύο κόσμους, δύο πολιτισμούς ουσιαστικά να έρχονται σε επαφή και να συγκρούονται. Και μέσα από αυτή την παράδοξη ερωτική ιστορία που δεν είναι ακριβώς τέτοια, βγαίνουν και πολλά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και σκληρά ζητήματα που είναι και αυτό που δίνει νομίζω και το βάθος στο έργο.
– Πιστεύεις ότι εμείς ως Ευρώπη με την Αμερική, είμαστε δύο διαφορετικοί πολιτισμοί ή έχουμε «αμερικανοποιηθεί» πολύ;
Πλέον έχουμε παγκοσμιοποιηθεί. Νομίζω δεν έχει να κάνει μόνο με την Ευρώπη και την Αμερική. Η πληροφορία πλέον κυκλοφορεί τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα, που οι κουλτούρες έχουν σμίξει αρκετά.
– Όλο αυτό με την τεχνολογία και τα social media, που μας έχουν κάνει πλέον ένα μεγάλο χωριό, σε κάνει να μη νιώθεις ξένος σε μία άλλη χώρα;
Ναι, η αλήθεια είναι ότι τώρα που το λες, σκέφτομαι τον εαυτό μου στο Λονδίνο που πήγα πρόσφατα κι ένιωθα πιο οικεία από ό,τι νιώθω στη χώρα μου, ακριβώς επειδή ήταν έντονα πολυπολιτισμικό το κλίμα. Οπότε πραγματικά ένιωθα ότι δεν είμαι ξένη.

– Εσύ σπούδασες στο Λονδίνο;
Είχα πάει για σπουδές, τελικά δεν κάθισα καθόλου. Γύρισα άρον άρον πίσω, για να ασχοληθώ με το θέατρο.
– Και πήγες να σπουδάσεις όντως Φυσική;
Ναι, με γοήτευαν πάρα πολύ και μου άρεσαν στην εφηβεία μου οι θετικές επιστήμες και κάποια στιγμή, όταν άρχισα να ανακαλύπτω τη θεωρητική φυσική και άρχισα να τη διαβάζω και να συνδυάζω και τα μαθηματικά, ανακαλύπτοντας και τη φιλοσοφική τους διάσταση, εκεί κάπως γοητεύτηκα και η εφηβεία μου άρχισε να παίρνει κάποιες απαντήσεις, μέσα από αυτόν τον κόσμο. Απλώς, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήθελα να κάνω θέατρο, εκεί να επενδύσω την ενέργειά μου. Κι επίσης νομίζω ότι δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να δουλεύει ως φυσικός, ειδικά στην Ελλάδα. Αλλά, περισσότερο, βγήκε μπροστά η ανάγκη να κάνω θέατρο.
– Το ότι είσαι παιδί ηθοποιών έπαιξε ρόλο σε αυτό;
Σίγουρα έπαιξε ρόλο, το ότι ήμουν σε επαφή με το θέατρο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αλλά θυμάμαι και προσωπική σύνδεση με το θέατρο, από πάρα πολύ νωρίς. Τώρα αν «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό», δεν μπορείς να ξέρεις. Αλλά σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι μεγάλωσα σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον.
– Αυτή η εξοικείωση που είχες από παιδί σε βοήθησε όταν ανέβηκες για πρώτη φορά στη σκηνή; Είχες τον φόβο της πρώτης φοράς στη σκηνή;
Την πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή πρέπει να ήμουν στο νηπιαγωγείο και θυμάμαι ότι είχα περάσει πάρα πολύ καλά. Δεν είχα φόβο. Τη δεύτερη φορά πάλι, περίπου σε εκείνη την ηλικία, χωρίς να θυμάμαι τον λόγο, είχα πάθει κρίση πανικού ως παιδάκι. Δεν με πτόησε όμως. Μετά στην πιο επαγγελματική διάσταση ας πούμε της σχέσης μου με το θέατρο, είχα έναν φόβο πάνω στη σκηνή, απέναντι στο κοινό. Ειδικά στις αρχές που ακόμη ήμουν πολύ άπειρη, ένιωθα ανεπαρκής. Αλλά σιγά σιγά με τη δουλειά, με την τριβή, με τη μελέτη, με τις εργατοώρες πάνω στη σκηνή, με την επαφή με το κοινό, με την εκπαίδευση μέσω της παρουσίας του κοινού, άρχισε όλο αυτό να αμβλύνεται και πλέον είναι μόνο απόλαυση η επαφή με τον κόσμο.

– Το θέατρο σου αρέσει περισσότερο ή η τηλεόραση; Ή δεν έχει νόημα να κάνουμε αυτές τις συγκρίσεις;
Ναι, είναι άλλη δουλειά σε έναν βαθμό. Αν ωστόσο θα έπρεπε να επιλέξω, θα έλεγα το θέατρο για πολλούς λόγους. Γιατί, πρώτον, είσαι σε επαφή με τον κόσμο άμεσα. Αυτό από μόνο του είναι πάρα πολύ γοητευτικό, το να συμβαίνουν τα πράγματα τώρα και να τα μοιράζεσαι με τον θεατή και να εισπράττεις την αντίδρασή του τη στιγμή που συμβαίνει και τη στιγμή που δημιουργείς. Επίσης, είναι πολύ πιο συχνό στο θέατρο να ασχολείσαι με πιο σημαντικά κείμενα. Στην τηλεόραση είναι πολύ σπάνιο να παίρνεις στα χέρια σου σημαντικά κείμενα. Επιπλέον, στο θέατρο το πολύ γοητευτικό για τον ηθοποιό -τουλάχιστον για εμένα- νομίζω είναι ότι συμβαίνουν όλα εδώ και τώρα, σε φυσικό χρόνο. Μπαίνεις, δηλαδή, σε μια συνθήκη και βουτάς μέχρι να τελειώσει η παράσταση. Μπαίνεις μέσα σε μια ράγα και ταξιδεύεις εδώ και τώρα, μέχρι να τελειώσει η παράσταση. Και κάθε παράσταση είναι και διαφορετική επίσης, όπως και το κοινό είναι διαφορετικό. Μια καινούρια συνάντηση.
– Η Barcelona είναι ένα ερωτικό θρίλερ. Είναι εύκολο να αποδοθεί αυτό το είδος στη σκηνή; Να μεταφερθεί όλη αυτή η ατμόσφαιρα, η ένταση;
Ναι. Κατ’ αρχάς, το ενδιαφέρον με το έργο μας είναι ότι, ενώ ξεκινάει και νομίζεις ότι παρακολουθείς μια κατάσταση ρηχή, αρχίζει σιγά σιγά και γίνεται επικίνδυνη και βαθαίνει. Και ξαφνιάζει τον θεατή αυτό, ενώ παρακολουθεί την ίδια στιγμή κάτι που έχει και πάρα πολύ χιούμορ, ειδικά μέσα από τον χαρακτήρα της Αϊρίν, η οποία είναι και πάρα πολύ εξωστρεφής. Ο θεατής μπαίνει σε μια ελαφριά διάθεση, αλλά μετά αυτό αρχίζει σιγά σιγά και γίνεται επικίνδυνο, οπότε εκεί έρχεται η διάσταση του θρίλερ.
– Αυτή την περίοδο εκτός από το θέατρο σε βλέπουμε και στην τηλεόραση, στο Μια νύχτα μόνο στο Mega και στην Ηλέκτρα στην ΕΡΤ.
Έχω κάποια τελευταία επεισόδια στην Ηλέκτρα, μόλις τελείωσα τα γυρίσματα, νομίζω αυτές τις μέρες θα προβληθούν και τα επεισόδια. Μεγάλη χαρά και συγκίνηση που υπήρξα σε αυτή τη σειρά και είναι πολύ καλή σειρά. Χάρηκα πάρα πολύ που βρέθηκα με τη Βίκυ Μανώλη που είναι η σκηνοθέτις, αλλά και με όλους τους ηθοποιούς, τους συντελεστές. Ήταν πολύ ωραία συνάντηση και συγκινητικό για εμένα που έκλεισε αυτός ο κύκλος. Και είμαι και στο Μια νύχτα μόνο, που είναι μια καινούρια δουλειά, την οποία αγαπάει από ό,τι φαίνεται ο κόσμος. Πρόκειται για μια σύγχρονη ιστορία, ένα σύγχρονο παραμύθι, αποδομένο με πολύ κινηματογραφικό και ρεαλιστικό τρόπο, από τον Στάμο Τσάμη, τον σκηνοθέτη μας, με πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Στη σειρά είμαι η αδερφή της Ελένης, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, που έρχομαι για να βρω καταφύγιο στη σχέση μου με την αδερφή μου και στο σπίτι της, αλλά κάνω βλακείες. Και στην ανάγκη μου να αποκτήσω μια ασφάλεια και να εδραιωθώ κάπου, κάνω βεβιασμένες και παρορμητικές κινήσεις που τελικά υπονομεύουν τη σχέση μας.

– Πάντως και στην Barcelona και στο Μια νύχτα μόνο, οι ηρωίδες που υποδύεσαι έχουν ένα ενδιαφέρον ως προς το ψυχολογικό υπόβαθρο, σε κεντρίζουν να ανακαλύψεις το προφίλ τους και τι κρύβεται πίσω από τις συμπεριφορές τους. Σου αρέσουν γενικά αυτοί οι ρόλοι, που δεν μένουν τόσο στην επιφάνεια;
Ναι. Νομίζω ότι είναι και μια συνειδητή επιλογή δική μου, όταν παίρνω ένα υλικό στα χέρια μου, να το «σκάβω» για να μπορώ να το καταλάβω πρώτα εγώ, να το δικαιολογήσω που λέμε, να καταλάβω τη λειτουργία αυτού του ανθρώπου, γιατί κάνει αυτές τις επιλογές, από ποιες επιθυμίες προέρχονται αυτές οι επιλογές, από ποια απωθημένα, από ποιους φόβους. Οπότε στην προσπάθειά μου να καταλάβω και να προσεγγίσω έναν χαρακτήρα, μάλλον χτίζεται κι ένα ψυχολογικό υπόβαθρο που τελικά βγαίνει. Και όσο πιο καλογραμμένο είναι ένα κείμενο, τόσο πιο πολύ βοηθιέται και ο ηθοποιός σε αυτή τη δουλειά.
– Θα έκανες έναν κωμικό ρόλο;
Στο θέατρο η Barcelona έχει πολύ έντονα κωμικά στοιχεία και η αλήθεια είναι ότι το απολαμβάνω απίστευτα, παρόλο που δεν είναι κάτι που το έχω κάνει πολλές φορές μέχρι τώρα στο θέατρο. Δεν είναι κωμωδία το έργο, αλλά έχει έντονα κωμικά στοιχεία, τα οποία έχω φωτίσει πάρα πολύ με τον σκηνοθέτη μας. Ο ίδιος ο χαρακτήρας της Αϊρίν έχει κωμικά στοιχεία: όλη αυτή η αφέλεια, η ρηχότητα και η παρόρμηση μιας Αμερικανίδας που έχει καλές προθέσεις κατά τα άλλα, αλλά δεν έχει ιδέα τι γίνεται στον κόσμο.
– Φαντάζομαι ότι η ηρωίδα σου δεν έχει καμία σχέση με εσένα.
Όχι, θέλω να πιστεύω (γέλια). Βρίσκω, βέβαια, κάποια κοινά στοιχεία, όπως το άγχος. Βρίσκεται σε μια μόνιμη αγχώδη κατάσταση και σε έναν μόνιμο πανικό. Η Αϊρίν είναι πολύ πιο φανερά αγχώδης από εμένα, αλλά νομίζω ότι η πρώτη σύνδεση που έκανα μαζί της ήταν η κατάσταση ενός μόνιμου άγχους.
– Έτσι είσαι;
Έτσι, απλώς εγώ δεν έχω την εξωστρέφεια να το εκφράζω, όπως το εκφράζει η Αϊρίν, απενοχοποιημένα. Είναι πολύ πιο εσωτερικευμένο και ύπουλο το δικό μου, οπότε μου δίνεται η ευκαιρία μέσα από τον ρόλο να το δουλέψω.

– Σε αγχώνει το κομμάτι το επαγγελματικό ή μπορεί να αγχωθείς και για πράγματα που δεν έχουν αξία;
Όλα.
– Όταν βγαίνεις από το σπίτι, κοιτάς αν έχεις κλειδώσει, αν είναι κλειστό το μάτι της κουζίνας ή ο θερμοσίφωνας;
Όχι, αλλά δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι αν δεν είναι το κάλυμμα του καναπέ τέντα (γέλια). Αν δεν είναι στρωμένο το κρεβάτι, αν δεν έχω καθαρίσει, αν δεν έχω ξεσκονίσει το σπίτι, καταλαβαίνεις, αυτά τα μικρά πράγματα της καθημερινότητας, μικροί ψυχαναγκασμοί. Μέχρι βέβαια τη δουλειά που είναι από τη φύση της φοβερά επισφαλής, οπότε για έναν άνθρωπο που έχει άγχος, δεν ξέρω τι σόι επιλογή είναι αυτή (γέλια). Παίζω με τα όριά μου. Έχω ανάγκη από πρόγραμμα, γιατί νιώθω ότι, αν υπάρξει χάος, πελαγώνω, που βέβαια η ζωή η ίδια είναι ένα χάος και με αυτό προσπαθώ να συμφιλιωθώ και μέσα από την ψυχανάλυση, αλλά και την εκλογίκευση των πραγμάτων.
– Λειτουργείς καλύτερα όταν έχεις ένα πρόγραμμα; Δεν ξεφεύγεις δηλαδή ποτέ από αυτό;
Ναι, το χρειάζομαι το πλαίσιο.
– Ήσουν έτσι από παιδί ή μεγαλώνοντας είχες περισσότερη ανάγκη το πλαίσιο αυτό;
Νομίζω από παιδάκι ήμουν έτσι, ήταν θέμα ιδιοσυγκρασίας, πιθανόν και περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο μεγάλωσα, που είχα ανάγκη το πλαίσιο. Το άγχος, δηλαδή, θυμάμαι να το έχω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, απλώς μεγαλώνοντας ευτυχώς κάπως έχω αρχίσει και το ελέγχω.
– Η Αϊρίν προσπαθεί να κάνει την επανάσταση με το one night stand. Εσύ ποια επανάσταση θα μπορούσες να κάνεις, για να ξεφύγεις από το πλαίσιο αυτό;
Να μην καθαρίσω το σπίτι το πρωί, πριν πάω στη δουλειά. Όχι, δεν την έχω κάνει αυτή η επανάσταση, είναι πάρα πολύ δύσκολο (γέλια). Νομίζω, κάθε φορά που υπερβαίνω τους φόβους μου, αισθάνομαι ότι κάνω μια μικρή επανάσταση, προσωπική. Ή κάθε φορά που καταφέρνω να «σπάσω» μια κακή μου συνήθεια, να τη γυρίσω και να την κάνω κάτι άλλο, να υπερβώ δηλαδή τον γνώριμο εαυτό μου, ο οποίος μπορεί να είναι ελαττωματικός, ανεπαρκής, όμως μπορεί να έχει και κάποιες καλές πλευρές και να καταφέρω να έχω την πειθαρχία, να πω ότι αυτό το στοιχείο θέλω να το αλλάξω και θα το αλλάξω. Όταν το καταφέρνω, νιώθω ότι έχω κάνει μια μικρή επανάσταση, προσωπική.
– Μεγαλώνοντας νιώθεις πιο έντονα την ανάγκη να κάνεις μικρούς απολογισμούς;
Μπήκα από πολύ νωρίς σε μια διαδικασία αυτού του τύπου της λογικής, γιατί χρειάστηκε από πολύ νωρίς να αλλάξω κάποια πράγματα για να μπορώ να είμαι λειτουργική και να ζω και να απολαμβάνω τη ζωή μου.
– Συνέβη κάτι;
Όχι. Ερχόμουν από μια εφηβεία πάρα πολύ έντονη, ακραία, με πάρα πολλά θέματα, οπότε έπρεπε να παρέμβω σε αυτές τις παρορμήσεις και να αλλάξω συνειδητά τον ρου της ζωής μου και τον τρόπο που αντιμετωπίζω τον εαυτό μου, τους ανθρώπους, τη ζωή μου και τις επιλογές μου. Οπότε χτίστηκε από νωρίς μία μέθοδος, όπου όταν καταλαβαίνω ότι κάτι δεν είναι λειτουργικό, παρεμβαίνω και το αλλάζω. Και πλέον, μεγαλώνοντας, θα έλεγα ότι γίνεται και πιο εύκολα.

– Προστατεύεις πιο εύκολα τον εαυτό σου;
Ναι. Και εντοπίζω και πιο εύκολα τι χρειάζεται να αλλάξει.
– Στους ανθρώπους αυτό το εντοπίζεις;
Ναι, πια… Πολύ πιο εύκολα.
-Αλλά ανεβαίνεις στη σκηνή, όπου είσαι εντελώς εκτεθειμένη, και νομίζω δεν υπάρχει πιο αγχώδης κατάσταση.
Ισχύει. Βέβαια, κατά έναν περίεργο τρόπο, την ώρα που είμαι πάνω στη σκηνή, δεν νιώθω κανένα άγχος. Νιώθω πολύ μεγαλύτερο άγχος εκτός σκηνής, παρά την ώρα που συμβαίνει η παράσταση.
– Γιατί πιστεύεις συμβαίνει αυτό;
Πιθανόν, να με βοηθάει πολύ το ό,τι έχω το άλλοθι ή τη μάσκα του όποιου ρόλου, ότι δεν είμαι εγώ. Έτσι, μου δίνεται η ευκαιρία να εκφραστώ.
– Σου έχει τύχει να μην μπορείς να συνδεθείς με κάποιον ρόλο;
Δεν μου έχει τύχει, γιατί πάντα, για να μπορέσω να το φέρω εις πέρας, βρίσκω τον τρόπο να το κάνω, ακόμα κι αν κάτι είναι φαινομενικά πολύ έξω από μένα. Πιο πολύ με δυσκολεύει η δύσκολη συνεργασία παρά το υλικό αυτό.
– Σου έχει τύχει δύσκολη συνεργασία;
Βέβαια, μου έχει τύχει να μην έχω τις κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσω να δουλέψω και να κάνω τη δουλειά μου έτσι όπως ξέρω ή όπως θα ήθελα να την κάνω.
– Η δύσκολη συνεργασία ήταν στο θέατρο ή στην τηλεόραση;
Στο θέατρο ήταν το πιο έντονο που έχω ζήσει. Ήταν αρκετά δύσκολο.

– Με τον Μιχάλη Λεβεντογιάννη είστε από τους αγαπητούς στο κοινό ηθοποιούς της νέας γενιάς, που σας έχουν γνωρίσει καλύτερα και μέσα από τις σειρές. Η τηλεόραση είναι βοηθητική σε αυτό το κομμάτι; Έρχονται στο θέατρο για να δούνε από κοντά τον αγαπημένο τους ηθοποιό, όπως κάναμε κι εμείς, άλλωστε.
Εννοείται. Απλώς θα πω ότι, παρόλο που πολλές φορές πάει ένα κοινό στο θέατρο, επειδή θέλει να δει έναν αγαπημένο του ηθοποιό, τον οποίο έχει δει στην τηλεόραση και πολλές φορές δεν ξέρει τι πάει να δει, για εμένα είναι κέρδος που τελικά σηκώνεται από το σπίτι του, ντύνεται, βάζει τα καλά του και μπαίνει στη διαδικασία να πληρώσει εισιτήριο και να πάει να δει μία παράσταση – ακόμα και αν το έναυσμα είναι ο αγαπημένος του ηθοποιός στην τηλεόραση. Για εμένα είναι πάντα συγκινητικό ότι κάποιος σηκώθηκε από το σπίτι του και ήρθε στο θέατρο.
– Αυτή είναι και μία ωραία πλευρά του θεάτρου.
Ακριβώς και είναι τιμητικό από μόνο του ως κίνηση που ένας άνθρωπος αποφασίζει να σου εναποθέσει την επιθυμία του, την ανάγκη του για συγκίνηση και συναισθηματική μετακίνηση. Γιατί ο θεατής στο θέατρο αυτό ψάχνει να του συμβεί, πολύ περισσότερο από ό,τι βλέποντας κάτι στην τηλεόραση. Ψάχνει να συγκλονιστεί, στην πραγματικότητα. Και είναι ευθύνη αυτό.
Η παράσταση
Ο μυστηριώδης Ισπανός Μανουέλ συναντά στη νυχτερινή Βαρκελώνη την χαριτωμένη και μεθυσμένη Αμερικανίδα Ιρέν. Η συνάντηση καταλήγει στο διαμέρισμά του, όπου όλα δείχνουν πως οι δύο ήρωες θα περάσουν μια ευχάριστη ερωτική βραδιά. Κι όμως, σύντομα καταλαβαίνουμε πως κάθε χαρακτήρας αποζητά πολλά περισσότερα από αυτή τη φαινομενικά ανάλαφρη συνάντηση, καθώς αποκαλύπτονται κρυφές σκέψεις και διλήμματα που οδηγούν σε αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσα στους ήρωες και τον πολιτισμό που ο καθένας αντιπροσωπεύει. Μέσα από έντονες συγκρούσεις και αδιάκοπη δράση, την ερωτική ατμόσφαιρα διαδέχονται η αγωνία και η απειλή του θανάτου, ενώ οι πολιτικές απόψεις των ηρώων αλλάζουν δραματικά τη μεταξύ τους κατάσταση.
Σκηνοθεσία – Απόδοση: Πάρις Ερωτοκρίτου
Μετάφραση: Μάκης Παπαδημητρίου
Μουσική: Γιάννης Χριστοφίδης
Παίζουν: Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Ηλιάνα Μαυρομάτη
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Διάρκεια: 80 λεπτά
Προπώληση: more.com
Πτι Παλαί: Ριζάρη 24, Παγκράτι