Σοβαρές αντιδράσεις και έντονη δημόσια αντιπαράθεση έχει προκαλέσει στην Ινδία η αυτοκτονία 42χρονου άνδρα, λίγες ημέρες αφότου κατηγορήθηκε δημόσια για σεξουαλική παρενόχληση μέσα σε λεωφορείο. Η 35χρονη γυναίκα που τον κατήγγειλε συνελήφθη από τις Αρχές, με την υπόθεση να ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τα όρια της δημόσιας καταγγελίας και της «δίκης» στα social media.

Η σύλληψη ακολούθησε καταγγελία της οικογένειας του θανόντος, η οποία υποστήριξε ότι ο άνδρας υπέστη έντονη διαδικτυακή παρενόχληση μετά τη δημοσίευση σχετικού βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η Σιμτζίθα Μουστάφα, δημιουργός περιεχομένου στα social media και συνδεδεμένη με το τοπικό πολιτικό κόμμα «Indian Union Muslim League», είχε αναρτήσει βίντεο που κατέγραψε μέσα στο λεωφορείο, κατηγορώντας τον Ντίπακ Ου ότι την άγγιζε επανειλημμένα στο στήθος με τον αγκώνα του. Το βίντεο έγινε viral, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων και δημόσια κατακραυγή.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Ντίπακ έβαλε τέλος στη ζωή του. Φίλοι και συγγενείς του ανέφεραν ότι αρνούνταν τις κατηγορίες και δήλωνε αθώος, ενώ φέρεται να ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένος ψυχολογικά από τη «δίκη» μέσω των social media. Σύμφωνα με μαρτυρίες, σκόπευε να κινηθεί νομικά κατά της γυναίκας.

Έπειτα από καταγγελία της μητέρας του, η αστυνομία σχημάτισε δικογραφία σε βάρος της Μουστάφα και της απήγγειλε μη εξαγοράσιμη κατηγορία για υποβοήθηση σε αυτοκτονία. Η ίδια οδηγήθηκε σε προφυλάκιση για 14 ημέρες, ενώ η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κεράλα ζήτησε την κατάθεση πορίσματος της έρευνας εντός μίας εβδομάδας, σύμφωνα με το BBC.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει ευρύτατη συζήτηση στην Ινδία, με έντονες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Από τη μία πλευρά, χρήστες των social media και οργανώσεις υποστηρίζουν το δικαίωμα των γυναικών να καταγγέλλουν περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου τέτοια φαινόμενα παραμένουν εκτεταμένα. Από την άλλη, επικριτές κάνουν λόγο για επικίνδυνες πρακτικές δημόσιας διαπόμπευσης χωρίς δικαστική κρίση, που μπορεί να οδηγήσουν σε ακραίες συνέπειες.

Αρκετές γυναίκες μοιράστηκαν τις δικές τους εμπειρίες παρενόχλησης σε δημόσιους χώρους, ενώ άλλοι αναρωτήθηκαν γιατί η καταγγελία δεν έγινε απευθείας στις Αρχές. Η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση και αναμένεται να απασχολήσει έντονα τόσο τη δικαιοσύνη όσο και τον δημόσιο διάλογο στη χώρα.