Στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου συζητούνται οι τέσσερις συμβάσεις που έχει συνάψει το ελληνικό Δημόσιο με την αμερικανική ενεργειακή εταιρεία Chevron, οι οποίες αφορούν δραστηριότητες έρευνας και πιθανής αξιοποίησης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Οι συμβάσεις εντάσσονται στο ευρύτερο ενεργειακό σχέδιο της χώρας και έρχονται προς κύρωση με τη διαδικασία που προβλέπεται για διεθνείς ή διακρατικές συμφωνίες.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, που προηγήθηκε της συνεδρίασης στην Ολομέλεια, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υποστήριξε ότι οι συμφωνίες αποτελούν σημαντικό βήμα για τη μεταβολή του ρόλου της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Όπως ανέφερε, «η Ελλάδα κάνει άλμα και από ενεργειακός κόμβος βάζει τα θεμέλια με τις συμφωνίες της Chevron και της Exxon για παραγωγή φυσικού αερίου. Η χώρα μας μετατράπηκε σε κεντρική πύλη εισόδου του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου και πλέον επιδιώκουμε να γίνουμε παραγωγός φυσικού αερίου».
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα και στη γεωπολιτική διάσταση των συμβάσεων, επισημαίνοντας ότι η παρουσία μιας μεγάλης αμερικανικής εταιρείας σε περιοχές της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας λειτουργεί, όπως υποστήριξε, ως έμπρακτη επιβεβαίωση των ελληνικών θέσεων απέναντι στις αμφισβητήσεις που έχει διατυπώσει η Λιβύη. Αναφερόμενος δε στην κριτική που έχει διατυπωθεί τόσο από κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά σχετικά με συγκεκριμένες προβλέψεις των συμβάσεων, ο κ. Παπασταύρου εξήγησε ότι η κυβέρνηση δεν θεωρεί την επένδυση ως παράγοντα ασφάλειας από μόνη της, ωστόσο επισήμανε τη σημασία της επιλογής της εταιρείας να δραστηριοποιηθεί στην επίμαχη περιοχή.
«Η θέση της κυβέρνησης δεν είναι ότι αφού ήρθε η Chevron, αυτό από μόνο του σημαίνει εγγυήσεις ασφαλείας. Έρχεται η Chevron, συμφωνεί και υπογράφει για μια περιοχή η οποία αντικειμενικά αυτή τη στιγμή δεν είναι οριοθετημένη και η Λιβύη έχει καταθέσει ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ που λέει, ότι το 83% των περιοχών που λένε οι Έλληνες είναι δικά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Συνεχίζοντας, τόνισε ότι «Σε αυτή την περιοχή η Chevron – η 2η μεγαλύτερη αμερικανική εταιρεία – αγνοεί τη ρηματική διακοίνωση και λέει στη Λιβύη “δεν σας ακούω”. Για μια περιοχή που η Λιβύη παράνομα και καταχρηστικά λέει επίσημα στον ΟΗΕ ότι δεν είναι της Ελλάδας αλλά δική τους, έρχεται μια εταιρεία και ενισχύει την ελληνική θέση».
Η διαδικασία κύρωσης των συμφωνιών στη Βουλή ακολουθεί το μοντέλο που εφαρμόζεται σε ανάλογες περιπτώσεις. Κάθε μία από τις τέσσερις συμβάσεις θα τεθεί σε ψηφοφορία ως ενιαίο άρθρο, κάτι που σημαίνει ότι οι βουλευτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν ή να απορρίψουν μεμονωμένες διατάξεις. Έτσι, οι κοινοβουλευτικές ομάδες καλούνται να τοποθετηθούν συνολικά επί κάθε σύμβασης, γεγονός που έχει προκαλέσει επιπλέον πολιτική συζήτηση, καθώς ορισμένες ρυθμίσεις – όπως εκείνη που αφορά τη λεγόμενη ρήτρα αποζημίωσης – έχουν ήδη προκαλέσει έντονη κριτική από την αντιπολίτευση.
Από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Μαρκόπουλος, υπογράμμισε ότι η ενισχυμένη παρουσία αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στην Ελλάδα δημιουργεί όχι μόνο προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης αλλά και συγκεκριμένα γεωπολιτικά οφέλη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνεργασία αυτή ενισχύει τη διεθνή θέση της χώρας και συμβάλλει στη σταθερότητα στην περιοχή. «Η εντατικοποίηση του αμερικανικού ενδιαφέροντος δεν παρέχει μόνο δυνητικά οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη, παράγει άμεσα απτά γεωπολιτικά αποτελέσματα», ανέφερε, προσθέτοντας σε άλλο σημείο ότι: «Η συμφωνία θωρακίζει την Ελλάδα. Ό,τι είναι η Belharra για την άμυνά μας είναι αυτές οι συμφωνίες για το ενεργειακό μέλλον της χώρας μας. Παράγουν πολιτική, παράγουν σταθερότητα».
Διαφοροποιημένη στάση επιλέγει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αναγνωρίζει τη σημασία της αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων της χώρας, ωστόσο εκφράζει επιφυλάξεις για συγκεκριμένα σημεία των συμφωνιών που αφορούν την Κρήτη. Ο εισηγητής του κόμματος, Φραγκίσκος Παρασύρης, υπενθύμισε ότι οι πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση των ελληνικών υδρογονανθράκων ξεκίνησαν, όπως είπε, από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και τον πρώην υπουργό Γιάννη Μανιάτη. Παράλληλα όμως στάθηκε ιδιαίτερα σε διάταξη της σύμβασης που αφορά το οικόπεδο νότια της Κρήτης, επισημαίνοντας ότι προβλέπεται η δυνατότητα μεταβολής των γεωγραφικών ορίων της συμβατικής περιοχής. Όπως υποστήριξε, «ορίζετε στη διάταξη ότι οι γεωγραφικές συντεταγμένες των νότιων και πλευρικών ορίων της συμβατικής περιοχής μπορεί να αναθεωρηθούν. Είναι η πρώτη φορά που τέτοια ρήτρα υπεισέρχεται σε μια σύμβαση. Αυτό πρακτικά σημαίνει 2 πράγματα. Ή η μέχρι σήμερα νομοθέτηση ήταν πλημμελής ή σας έχει ζητηθεί να προστεθεί». Με βάση αυτές τις ενστάσεις, το ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε ότι θα στηρίξει επί της αρχής το νομοσχέδιο και τις συμβάσεις που αφορούν τα θαλάσσια οικόπεδα της Πελοποννήσου, αλλά θα καταψηφίσει εκείνες που σχετίζονται με τις περιοχές νότια της Κρήτης.
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο εισηγητής Μίλτος Ζαμπάρας εξέφρασε έντονες αμφιβολίες για το περιεχόμενο των συμφωνιών, θέτοντας ερωτήματα για το κατά πόσο οι όροι τους διασφαλίζουν πλήρως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Όπως ανέφερε, «η συμφωνία υποδηλώνει δυνητική εκχώρηση δικαιωμάτων. Πώς συνδέονται οι όροι της σύμβασης με τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων;». Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι το κόμμα του θα καταψηφίσει συνολικά τις συμβάσεις, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα ζητήματα ενέργειας και οικονομίας. «Δεν σας έχουμε καμία απολύτως εμπιστοσύνη. Για την ενέργεια και την οικονομία. Για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Έχετε αποτύχει», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Την αντίθεσή του στο νομοσχέδιο εξέφρασε και το ΚΚΕ, με την Αφροδίτη Κτενά να απορρίπτει την κατεύθυνση της ενεργειακής πολιτικής που βασίζεται στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και στη συνεργασία με μεγάλους διεθνείς ενεργειακούς ομίλους. Επιφυλάξεις διατύπωσε και η Ελληνική Λύση. Ο Βασίλης Βιλιάρδος δήλωσε ότι το κόμμα του υποστηρίζει την αξιοποίηση των ενεργειακών κοιτασμάτων της χώρας, ωστόσο εξέφρασε ενστάσεις για ορισμένες προβλέψεις που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες με την αμερικανική εταιρεία.