Πέθανε μία από τις πιο θρυλικές μορφές της Θεσσαλονίκης, ο ιδιοκτήτης του μπαρ «Berlin», ο Θόδωρος Παπαδόπουλος.
Την είδηση έκαναν γνωστή φίλοι και αγαπημένοι του άνθρωποι, από το πρωί της Τετάρτης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Θόδωρος Παπαδόπουλος, γνωστός σε όλους ως «Μπερλινάς», υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα της νυχτερινής ζωής στη Θεσσαλονίκη. Ως ιδιοκτήτης του ιστορικού μπαρ «Berlin», δημιούργησε ένα ζωντανό σημείο συνάντησης ανθρώπων που αγαπούσαν τη μουσική και τον εναλλακτικό ήχα.
Με βαθιά γνώση και πάθος για το βινύλιο και σπουδαίος συλλέκτης δίσκων, μετέτρεψε το μαγαζί του σε ένα ιδιότυπο «σχολείο» για τους νεότερους, καταφύγιο της ροκ και των αναμνήσεων για τους παλιούς, αφήνοντας έντονο αποτύπωμα σε γενιές θαμώνων.

Η απώλειά του σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τη Θεσσαλονίκη, όμως το αποτύπωμά του παραμένει ζωντανό μέσα από τις ιστορίες, τις μουσικές και τις νύχτες που έγραψαν ιστορία.
Συγκινεί το «αντίο» των φίλων του στα social media
Η είδηση σκόρπισε θλίψη στους φίλους του Θόδωρου Παπαδόπουλου, που γέμισαν τα social media με μηνύματα στη μνήμη του.

«Για τον πολυαγαπημένο μου φίλο που πριν λίγο έφυγε από την ζωή δεν ξέρω πραγματικά τι να πω ή τι να πρωτοπώ. Τον γνώρισα από το θρυλικό Berlin όταν άρχισα να πηγαίνω στο μπαρ το 1980 κι αμέσως γίναμε φίλοι. Εκεί στα 80s ήταν το απόλυτο μέρος για το ροκ της εποχής. Η μουσική που έπαιζε ήταν ότι πιο hot και συχνά μας έκανε να ψαχνόμαστε. Τα βίντεο που έπαιζε, κάτι εντελώς πρωτόγνωρο τότε, που έφερνε από τα ταξίδια του στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και αλλού. Κι ακόμη από τις πρώτες ροκ συναυλίες που έγιναν στην πόλη μας, μέσα σε αυτό το μικρό μαγαζί: μία τάβλα πάνω σε κασόνια μπύρες και νάσου οι Yell-O-Yell, οι Villa 21 και οι Yoghurt. Η προσωπική του συλλογή με δεκάδες χιλιάδες δίσκους, όλοι σε original εκδόσεις, απλωμένοι σε δύο σπίτια στο κέντρο και στο Πανόραμα, σε όλα τα δωμάτια, μαζί με δεκάδες στερεοφωνικά συστήματα. Οι γνώσεις και το ενδιαφέρον του για είδη που ελάχιστοι γνώριζαν και είχαν πρόσβαση ήταν ανυπέρβλητα. Ξεκίνησε από την Πτολεμαιδα και πέρασε από την Μύκονο και την Γερμανία πριν να ανοίξει το Berlin, που έγινε σήμα κατατεθέν και must της διασκέδασης της πόλης. Πάνω από όλα όμως ο Θόδωρος ήταν πολύ καλός φίλος, που προσωπικά μου στάθηκε σε δύσκολες στιγμές. Original με χιούμορ και διάθεση για ζωή. Θα μας λείψει. Καλό ταξίδι».
«Αντίο φίλε και συνοδοιπόρε. Η μουσική και η νύχτα δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια».
«Έχω συνηθίσει, σε λέω, και με τρεις ώρες ύπνο είμαι κομπλέ.
Αποχαιρετισμός στον «Μπερλινά» Thodoros Papadopoulos με μια μεγάλη συνέντευξη που κάναμε το καλοκαίρι του 2015 (2/7, 13:30 βλέπω ότι τραβήχτηκε η φωτό με το κομποζέ μειδίαμα) στο διαμερισματάκι που είχε για καβάτζα πάνω από το Berlin Bar Thessaloniki. Μαντέψτε ποιος από τους δυο μας ήταν πιο ακμαίος μετά από το ξενύχτι που είχε προηγηθεί στο μαγαζί του…».
«Έρχεται η ρημάδα η ώρα ..Με ποιόν θα μαλώνω και θα πειράζομαι τώρα? για το ποιό ήταν το καλύτερο μπαρ Berlin Bar Thessaloniki η το Lucky Luke Bar..10 ετίες γέλιο ,πειράγματα και υπερβολές… Μάζεψε και τους άλλους απο την Άλλη όχθη…έχουμε συνέχεια… Θα σε αγαπώ και θα σε θυμάμαι ρε καριόλη… θα σε ψάχνω στο αγαπημένο σου Berlin Bar Thessaloniki…κάτι θα κάνεις για να μου δείξεις οτι είσαι εκεί…».
«Ο Θόδωρος δεν είναι πια μαζί μας. Γεια σου, λοιπόν, οι αποχαιρετισμοί δεν είναι το φόρτε μου».
«Καλό ταξίδι και ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θόδωρο τον «Μπερλινά». Ξεκάθαρα ένας από εκείνους που μας ξεβλάχεψαν και μας οδήγησαν, εφήβους τότε, μέσα από το μυθικό bar Berlin — στη Χρυσοστόμου Σμύρνης — στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και στα απίθανα μονοπάτια της ροκ και alternative μουσικής, όταν δεν υπήρχαν MTV, YouTube ή Spotify. Είχα την τύχη να κάνω αρκετές κουβέντες μαζί του από το 2013 και μετά, για μουσική αλλά και για την επιχειρηματικότητα στην πόλη. Μιλάμε για μυαλό ξυράφι, πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή του. Ήξερε, πριν καν ανοίξει, αν ένα μαγαζί θα πιάσει ή όχι.
Συνήθως βρισκόμασταν μεσημέρι και τρώγαμε μαγειρευτό στα Ολύμπια, δίπλα από το Berlin. Μάλωνε με τον Γιώργο, τον ιδιοκτήτη, για τις μερίδες — πάντα έβρισκε κάτι να τον πειράξει. Κι ύστερα γύριζε σε μένα και γελούσε πονηρά.
Έβλεπε την πόλη καθαρά. Τα καινούργια concepts και τα μαγαζιά δεν τα έκρινε από τον θόρυβο ή τη μόδα, αλλά από το αν είχαν λόγο ύπαρξης — αν πατούσαν κάπου αληθινά. Δεν τον εντυπωσίαζαν οι αντιγραφές ούτε τα «εύκολα». Έψαχνε χαρακτήρα, ταυτότητα και διάρκεια. Και συνήθως είχε δίκιο, ακόμη κι όταν αυτό που έβλεπε δεν άρεσε σε όλους. Νομίζω πως ο Θόδωρος έζησε τη ζωή που ήθελε· γι’ αυτό και έφυγε γεμάτος, ακόμη κι αν ταλαιπωρήθηκε στο τέλος της ζωής του».