Ο Γιώργος Βάλαρης που έχει σκηνοθετήσει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες και μουσικοθεατρικά υπερθεάματα, κάνει μια μεγάλη στροφή, ανεβάζοντας στη σκηνή τον «Γλάρο» του Τσέχοφ.

Ο σκηνοθέτης των επιτυχιών από το νέο χώρο ΦΙΑΤ, προτείνει μια πρωτοποριακή ανάγνωση του έργου, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση. H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. Στον εμβληματικό ρόλο της Αρκάντινα συναντάμε την κορυφαία ηθοποιό, Κατερίνα Διδασκάλου, με τον Γιώργο Βάλαρη να αποκαλύπτει στη συνέντευξή του στο Newsbeast, το παρασκήνιο πίσω από τη συνεργασία τους.

Επιπλέον, μας αποκάλυψε τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε στον «εσωστρεφή» Γλάρο και το ψυχολογικό θέατρο του Τσέχοφ, αν έχει αγωνία πώς θα αντιμετωπίσουν το νέο τους θεατρικό εγχείρημα, αλλά και τι πρόκειται να δούμε σε μία από τις πολυαναμενόμενες παραστάσεις της σεζόν.

– Μετά από την «εξωστρέφεια» των μεγάλων εμπορικών επιτυχιών και μουσικοθεατρικών υπερθεαμάτων, τι ήταν εκείνο που σας οδήγησε στην «εσωστρέφεια» του Γλάρου; Υπήρχε πάντα μέσα σας η επιθυμία να ανεβάσετε κάποια στιγμή Τσέχοφ στη σκηνή;

Μετά από χρόνια εξωστρέφειας – από παραστάσεις με έντονο ρυθμό, μουσική, φως, μεγάλο θίασο και την άμεση επικοινωνία με ένα ευρύ κοινό – ένιωσα ότι ήρθε η στιγμή να επιστρέψω σε κάτι πιο «γυμνό». Πιο επικίνδυνα γυμνό. Ο «Γλάρος» δεν είναι ένα έργο που σε κολακεύει, αλλά σε εκθέτει. Δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από το θέαμα. Σε καλεί να σταθείς απέναντι στη σιωπή, στην αποτυχία, στη ματαιότητα, στην ανάγκη για αγάπη και αναγνώριση. Και αυτό, για μένα, ήταν βαθιά πολιτικό και καλλιτεχνικά αναγκαίο αυτή τη στιγμή. Η εξωστρέφεια των μεγάλων παραγωγών δεν ήταν ποτέ επιφανειακή, ήταν μια γιορτή. Αλλά η γιορτή δεν αποκλείει την ανάγκη για ενδοσκόπηση. Αντίθετα, την γεννά. Μετά από μια περίοδο έντονης ενέργειας, ένιωσα την ανάγκη να στραφώ προς τα μέσα, να ακούσω τις ρωγμές, τις σιωπές, τους ανεκπλήρωτους πόθους. Ήταν μια προσωπική ανάγκη και μια προσωπική εξέλιξη. Ο Τσέχοφ μιλά ακριβώς γι’ αυτά. Ναι, υπήρχε πάντα μέσα μου η επιθυμία να ανεβάσω Τσέχοφ. Όχι όμως ως «κλασικό ρεπερτόριο» για να δημιουργήσω ένα καλλιτεχνικό βιογραφικό. Περίμενα να έρθει η στιγμή που θα έχω βιωματικά το υλικό. Ο «Γλάρος» είναι ένα έργο για την τέχνη, για τη σύγκρουση των γενεών, για τη φιλοδοξία και την απόρριψη. Δεν μπορείς να το προσεγγίσεις αν δεν έχεις ζήσει και την αποθέωση και την αμφιβολία. Σήμερα, αισθάνομαι πως αυτή η μετάβαση δεν είναι αντίθεση, αλλά συνέχεια. Από το φως στη σκιά. Από τον ήχο στη σιωπή. Από το χειροκρότημα στην ερώτηση: «Και τώρα;». Και αυτή η ερώτηση είναι που με οδήγησε στον «Γλάρο».

Γιώργος Βάλαρης

– Έχετε περιέργεια να δείτε πώς θα σας αντιμετωπίσουν; Υπάρχει στο θέατρο ο διαχωρισμός «ποιοτικοί» και «εμπορικοί»;

Φυσικά και έχω περιέργεια. Όχι από ανασφάλεια, αλλά από δημιουργικό ενδιαφέρον. Το θέατρο είναι διάλογος. Αν δεν σε νοιάζει πώς θα σε συναντήσει το κοινό, έχεις χάσει κάτι βασικό. Επίσης, οφείλεις να εξελίσσεσαι καλλιτεχνικά και να βαδίζεις με τις τάσεις της εποχής. Όσο για τον διαχωρισμό, νομίζω ότι είναι απλουστευτικός. Η ποιότητα δεν αποκλείει την επιτυχία, ούτε η επιτυχία αναιρεί το βάθος. Προσωπικά δεν πίστεψα ποτέ σε αυτή τη διχοτόμηση. Πίστεψα στη συγκίνηση. Αν κάτι συγκινεί αληθινά, έχει αξία – είτε γεμίζει 2.000 θέσεις είτε 200.

– Πώς είναι η μέχρι τώρα εμπειρία σας με το ψυχολογικό θέατρο του Τσέχοφ;

Είναι μια εμπειρία απογύμνωσης. Ο Τσέχοφ δεν σου επιτρέπει να «παίξεις» επιφανειακά. Σκάβεις. Κάθε παύση έχει νόημα, κάθε σιωπή είναι κραυγή. Είναι απαιτητικό, αλλά βαθιά απελευθερωτικό. Σαν να αφαιρείς στρώματα μέχρι να μείνει ο πυρήνας.

– Υπάρχει κάτι που να φοβίζει έναν σκηνοθέτη; Εσάς σας δυσκόλεψε κάτι;

Πάντα υπάρχει ο φόβος της αλήθειας. Ότι μπορεί να μην καταφέρεις να φτάσεις εκεί που οραματίζεσαι. Στον «Γλάρο» η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ο ρυθμός. Αν χαθεί, το έργο «βαραίνει». Αν όμως βρεις τη σωστή εσωτερική παλμικότητα, πετάει.

– Ποια είναι η σκηνοθετική σας προσέγγιση;

Επέλεξα μια τολμηρή, σύγχρονη ανάγνωση, χωρίς να προδώσω τον Τσέχοφ. Ο χώρος είναι γυμνός, σχεδόν βιομηχανικός. Οι σχέσεις είναι στο κέντρο. Δεν με ενδιαφέρει η μουσειακή αναπαράσταση. Με ενδιαφέρει να δούμε αυτούς τους ανθρώπους σαν να ζουν σήμερα – με τις ίδιες αγωνίες, την ίδια ανάγκη να αγαπηθούν και να αναγνωριστούν.

Γιώργος Βάλαρης

– Τι κάνει τον «Γλάρο» επίκαιρο;

Η αγωνία της δημιουργίας. Η σύγκρουση γενεών. Η ανάγκη για επιβεβαίωση. Ο φόβος της αποτυχίας. Είναι ένα έργο για την τέχνη και για το εγώ. Και αυτά δεν γερνούν ποτέ.

– Αν και η παράσταση δεν έχει κάνει πρεμιέρα, διαβάζοντας όμως ότι η Κατερίνα Διδασκάλου θα είναι η Αρκάντινα, αμέσως σκέφτηκα ότι είναι η «απόλυτη» επιλογή. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Και πώς είναι να καθοδηγείτε αυτή τη σπουδαία ηθοποιό σε έναν τέτοιο εμβληματικό και προβληματικό ρόλο; Η συνεργασία σας πώς προέκυψε;

Με την Κατερίνα γνωριζόμαστε τα τελευταία χρόνια και είχαμε και οι δύο την επιθυμία να συνεργαστούμε σε ένα κλασικό έργο. Ο Γλάρος του Οστερμάγιερ που παρακολουθήσαμε και οι δύο πέρυσι στο Λονδίνο στάθηκε η αφορμή για μένα και η έμπνευση να ανεβάσω αυτή την παράσταση με την ίδια ως απόλυτα ταιριαστή επιλογή. Η Κατερίνα Διδασκάλου είναι μια ηθοποιός με εμπειρία, γνώσεις, ήθος, σπάνια πειθαρχία και βάθος. Όταν μιλήσαμε για την Αρκάντινα, ένιωσα πως δεν θα ερμηνεύσει απλώς τον ρόλο – θα τον διαπεράσει. Η συνεργασία μας βασίζεται στον σεβασμό και στη δημιουργική ένταση. Δεν «καθοδηγώ» με την έννοια της επιβολής, αλλά συνδιαμορφώνουμε ένα σπουδαίο ρόλο.

– Στη δική σας ανάγνωση πώς θα τη δούμε;

Θα τη δούμε όχι ως «τέρας» ματαιοδοξίας, αλλά ως μια γυναίκα που παλεύει με τον χρόνο. Μια ηθοποιό που φοβάται τη φθορά. Μια μητέρα που αγαπά, αλλά δεν ξέρει πώς να αγαπήσει χωρίς να χάσει τον εαυτό της.

Γιώργος Βάλαρης

– Η εμμονή με την εικόνα και τα social media ενισχύει τον ναρκισσισμό;

Ναι, όταν η εικόνα αντικαθιστά την ουσία. Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς αυτοπαρουσίασης. Αυτό μπορεί να ενισχύσει τον ναρκισσισμό, αλλά μπορεί και να κρύβει τεράστια ανασφάλεια. Ο Τσέχοφ θα είχε πολλά να πει για αυτό.

– Σας έχει τύχει να συνεργαστείτε με νάρκισσο ηθοποιό;

Στο θέατρο όλοι έχουμε ένα στοιχείο ναρκισσισμού – αλλιώς δεν ανεβαίνουμε στη σκηνή. Το ζήτημα είναι αν υπηρετείς το σύνολο ή μόνο τον εαυτό σου. Όταν υπάρχει ισορροπία, όλα λειτουργούν. Αν όχι, τότε χρειάζεται καθαρή συζήτηση και όρια.

– Πώς προσεγγίζετε τη σχέση Αρκάντινα – γιου;

Τη βλέπω ως σχέση βαθιάς ανεκπλήρωτης αγάπης αλλά και κρυφού ανταγωνισμού που κρύβει βαθιά ανάγκη για αποδοχή. Εκείνη φοβάται ότι ο γιος της απειλεί τη θέση της. Εκείνος διψά για μια λέξη αναγνώρισης. Είναι τραγικό γιατί και οι δύο αγαπούν – αλλά δεν συναντιούνται.

– Ως Γιώργος, πώς βλέπετε αυτή τη σχέση;

Επειδή είχα μια πολύ δεμένη σχέση με τη μητέρα μου, με πονά αυτή η απόσταση. Δεν μπορώ να μην τη δω με τρυφερότητα. Πίσω από τη σκληρότητα της Αρκάντινα βλέπω φόβο. Και ο φόβος, αν δεν εκφραστεί, γίνεται σκληρότητα.

– Υπάρχει σκηνή που ξεχωρίζετε;

Η σκηνή του τέλους. Εκεί που όλα μοιάζουν να συνεχίζονται «κανονικά». Αυτή η σχεδόν αδιάφορη κανονικότητα μετά την καταστροφή με συγκλονίζει όπως την ζούμε και στη σημερινή πραγματικότητα.

– Τι θέλετε να πάρει ο θεατής φεύγοντας;

Μια ερώτηση. Όχι μια απάντηση. Να αναρωτηθεί: Πού ζητώ αναγνώριση; Πού φοβάμαι; Πού δεν ακούω τον άνθρωπο απέναντί μου;

– Πώς ο χώρος στο ΦΙΑΤ συνομιλεί με τον «Γλάρο»;

Ο βιομηχανικός, ακατέργαστος χαρακτήρας του ΦΙΑΤ δημιουργεί μια έντονη αντίστιξη με τη λεπτότητα του Τσέχοφ. Είναι σαν να τοποθετείς ευαίσθητες ψυχές μέσα σε έναν σκληρό, μεταλλικό κόσμο. Και αυτό, για μένα, είναι βαθιά σύγχρονο.

Λίγα λόγια για το έργο

Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών. Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.
Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Δραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης
Μουσική σύνθεση: Τζεφ Βάγγερ
Διανομή
Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου
Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης
Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου
Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης
Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη
Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση
Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης
Δάσκαλος: Πάνος Κλάδης

Έναρξη παραστάσεων: 6 Μαρτίου 2026
Ώρες παραστάσεων: Τετ. 19:00, Πέμπτη 20:00, Παρ. 21:00, Σαβ. 18:00 & 21:00, Κυρ. 19:00
Διάρκεια: 90 λεπτά
Προπώληση: more.com
Χώρος: ΦΙΑΤ -Συγγρού 114, Κουκάκι (μετρό Συγγρού-Φίξ)