Η Πολωνία πατάει γκάζι και «εισβάλλει» στη Γερμανία με μπαράζ εξαγορών, αξιοποιώντας το άλμα της σε οικονομία του 1 τρισ. δολαρίων και το αναπτυξιακό της προβάδισμα έναντι της γερμανικής στασιμότητας.

Τη δεκαετία του ’90, η εικόνα ήταν αντίστροφη: η Πολωνία μόλις έβγαινε από τον κομμουνισμό, άνοιγε την οικονομία της σε ξένες επενδύσεις και παρέμενε στη σκιά της ισχυρής Γερμανίας. Σήμερα, η εταιρεία διαδικτύου Wirtualna Polska Holding SA εξαγοράζει την τρίτη μεγαλύτερη ταξιδιωτική πλατφόρμα στη Γερμανία, την Invia Group, σε συμφωνία 240 εκατ. ευρώ, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Συνολικά, πολωνικές εταιρείες ανακοίνωσαν 22 εξαγορές στη Δυτική Ευρώπη το 2025, αριθμό ρεκόρ, εκ των οποίων οι εννέα στη Γερμανία, καλύπτοντας κλάδους από την αυτοκινητοβιομηχανία και το IT μέχρι τα τρόφιμα.

Πολωνία – Γερμανία: η αντιστροφή ρόλων

Όταν η Πολωνία μπήκε στην ΕΕ το 2004, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Γερμανίας ήταν πάνω από τετραπλάσιο από το πολωνικό, ενώ οι γερμανικές επενδύσεις έφτασαν τα 265 δισ. ζλότι σε είκοσι χρόνια, «χτίζοντας» βιομηχανίες από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι το λιανεμπόριο. Σήμερα, το χάσμα έχει μειωθεί: το γερμανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι περίπου διπλάσιο του πολωνικού, ενώ η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε μόλις 0,2% πέρυσι, την ώρα που η Πολωνία «έτρεξε» με 3,6%. Αυτή η απόκλιση επιτρέπει σε πολωνικές επιχειρήσεις, με συσσωρευμένα κεφάλαια, να αναζητούν ευκαιρίες εξαγορών στην πιο αργή και πιεσμένη αγορά της Γερμανίας.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ επικαλέστηκε γερμανικά ΜΜΕ που γράφουν «Οι Πολωνοί έρχονται», σημειώνοντας ότι πλέον είναι οι πολωνικές εταιρείες που αγοράζουν καθιερωμένα δυτικά brands – και όχι το αντίστροφο. Η εικόνα αυτή σηματοδοτεί τη μετάβαση της Πολωνίας από αποδέκτη ξένων επενδύσεων σε ενεργητικό επενδυτή στο εξωτερικό, καθώς πλησιάζει το προφίλ ανεπτυγμένης οικονομίας, παρόμοιο με αυτό της Νότιας Κορέας σε προηγούμενες δεκαετίες.

Πολωνία επενδυτής, Γερμανία στόχος

Η δυναμική δεν εξαντλείται στο τεχνολογικό και τουριστικό κομμάτι, αλλά αγγίζει και τη βαριά βιομηχανία: η πολωνική κατασκευάστρια τρένων Pesa Bydgoszcz SA συμφώνησε να εξαγοράσει τη γερμανική HeiterBlick GmbH, σε συμφωνία που «έστησε» το κρατικό επενδυτικό ταμείο PFR SA. Στο ίδιο μοτίβο, η InPost SA – που κάποτε κινδύνευσε με χρεοκοπία από αποτυχημένη επέκταση στο Ηνωμένο Βασίλειο – σήμερα επεκτείνεται σε όλη τη Δυτική Ευρώπη μέσω εξαγορών logistics, με τα lockers της να έχουν γίνει πλέον καθημερινή εικόνα σε πολλές δυτικές αγορές και με επενδυτές όπως η Advent International και η FedEx να επιδιώκουν την εξαγορά της σε αποτίμηση 7,8 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, συμβολικές κινήσεις, όπως η εξαγορά της γερμανικής εταιρείας κεριών Gala από την πολωνική Trend Glass, με διατήρηση της πολωνικής διοικητικής ομάδας, δείχνουν ένα μοντέλο κάθετης ολοκλήρωσης που αξιοποιεί κοινές αγορές και πολιτισμικούς δεσμούς ανάμεσα σε Πολωνία και Γερμανία. Η Adamed Pharma SA ακολουθεί παρόμοια στρατηγική στην Ισπανία, αποκτώντας εργοστάσια της Sanofi για να αυξήσει παραγωγή και διεθνές μερίδιο αγοράς, με βλέμμα μέχρι και στη Λατινική Αμερική.

Ωστόσο, η άνοδος της πολωνικής οικονομίας συνοδεύεται από προκλήσεις: το κύμα ξένων επενδύσεων σε IT, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και HR έχει καταστήσει τη χώρα ιδιαίτερα εκτεθειμένη στον αυτοματισμό και την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η απότομη άνοδος μισθών αφαιρεί το πλεονέκτημα του φθηνού εργατικού κόστους. Επιπλέον, η πολιτική σκηνή της Πολωνίας παραμένει πολωμένη, με τον Τουσκ να συγκρούεται με έναν πρόεδρο που στηρίζεται από το PiS, το οποίο στο παρελθόν καλλιέργησε έντονα αντιγερμανική ρητορική και ζήτησε ακόμη και πολεμικές αποζημιώσεις από το Βερολίνο, όπως γράφει το Bloomberg.

Παρά τις εντάσεις, η σχέση Πολωνίας–Γερμανίας εισέρχεται σε νέα φάση, όπου ο παλιός «μαθητής» διεκδικεί ρόλο συνδιαμορφωτή της οικονομικής ατζέντας της Ευρώπης. Για επιχειρήσεις και αγορές, το μήνυμα είναι σαφές: η Πολωνία δεν είναι πια μόνο εργαστήριο φθηνής παραγωγής, αλλά παίκτης που αγοράζει, επενδύει και επεκτείνεται στην καρδιά της γερμανικής οικονομίας.