Το Ισραήλ επιταχύνει τα βήματα εδραίωσης του ελέγχου του στη Δυτική Όχθη, ανοίγοντας τον δρόμο για μια de facto προσάρτηση, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ περιορίζεται σε λεκτική αντίθεση χωρίς ουσιαστική πίεση προς την Ιερουσαλήμ.

Το υπουργικό συμβούλιο ασφαλείας του Μπενιαμίν Νετανιάχου ενέκρινε, σε κλειστή συνεδρίαση, μέτρα που διευκολύνουν τους Ισραηλινούς εποίκους να αγοράζουν γη στη Δυτική Όχθη, παρακάμπτοντας την Παλαιστινιακή Αρχή σε περιοχές που από τις συμφωνίες του Όσλο του 1995 τελούσαν υπό δική της διοικητική ευθύνη. Η κίνηση έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στον αραβικό κόσμο και διεθνώς, ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και αποδόμηση των περιφερειακών συμφωνιών ασφάλειας που οικοδομήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε δημοσίως ότι «είναι αντίθετος στην προσάρτηση», προσθέτοντας όμως πως οι ΗΠΑ «έχουν ήδη αρκετά να σκεφτούν» και «δεν χρειάζεται να ασχολούνται με τη Δυτική Όχθη», αφήνοντας ουσιαστικά κενό πολιτικής πίεσης προς το Ισραήλ.

Ισραήλ – Δυτική Όχθη: το εργαλείο της κτηματογράφησης

Λίγες ημέρες μετά τη συνάντηση Νετανιάχου – Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε την επανεκκίνηση της διαδικασίας εγγραφής τίτλων ιδιοκτησίας σε τμήματα της Δυτικής Όχθης, στην περιοχή που είναι γνωστή ως Περιοχή C, διαδικασία που είχε «παγώσει» από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ειδικοί προειδοποιούν ότι η νέα αυτή κτηματογράφηση θα οδηγήσει σε μαζική ανακήρυξη εκτάσεων ως «κρατική γη» του Ισραήλ, παγιώνοντας τον ισραηλινό έλεγχο σε μεγάλα τμήματα της Δυτικής Όχθης. Σύμφωνα με το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών, τα μέτρα είναι αναγκαία για να «μπει τάξη» στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, ενώ κατηγορεί την Παλαιστινιακή Αρχή ότι παραβιάζει τις συμφωνίες, διεξάγοντας δικές της εγγραφές γης σε περιοχές που υποτίθεται ότι τελούν υπό πλήρη ισραηλινό στρατιωτικό έλεγχο.

Μέσα από τη νέα διαδικασία, το Ισραήλ θα ορίζει δημόσια ποιες εκτάσεις θα μπουν σε φάση καταγραφής και όποιος διεκδικεί ιδιοκτησία θα πρέπει να αποδείξει, με βάση τα αυστηρά ισραηλινά κριτήρια, τα δικαιώματά του, αλλιώς η γη θα περιέρχεται αυτόματα στο ισραηλινό κράτος. Νομικοί και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων προειδοποιούν ότι οι Παλαιστίνιοι είναι πρακτικά αδύνατο να ανταποκριθούν: πολλοί της διασποράς δεν μπορούν καν να βρεθούν επί τόπου, ενώ τα έγγραφα ιδιοκτησίας συχνά δεν αναγνωρίζονται από τις ισραηλινές αρχές. Ο γνωστός δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Μάικλ Σφαρντ μιλά για γραφειοκρατική προσάρτηση «σε άδεια, χωρίς παράθυρα γραφεία», σημειώνοντας ότι η διεθνής διπλωματία αναμένει μια «τελετουργική» προσάρτηση με κορδέλες, ενώ στην πραγματικότητα αυτή συντελείται αθόρυβα, μέσα από διατάγματα και διοικητικές πράξεις.

Ισραήλ – Δυτική Όχθη: διεθνείς αντιδράσεις και αμερικανική σιωπή

Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες κάλεσε το Ισραήλ να ανακαλέσει τη νέα απόφαση, προειδοποιώντας ότι η πορεία επί του πεδίου «διαβρώνει την προοπτική της λύσης των δύο κρατών» και ότι μέτρα όπως η συνέχιση της ισραηλινής παρουσίας στα Κατεχόμενα είναι «αποσταθεροποιητικά και παράνομα». Η οργάνωση Peace Now χαρακτήρισε την κίνηση «γιγαντιαίο αρπακτικό γης παλαιστινιακής ιδιοκτησίας», εκτιμώντας ότι η καταγραφή θα οδηγήσει στη μεταβίβαση της μεγάλης πλειονότητας της Περιοχής C στο ισραηλινό κράτος, αφήνοντας τους Παλαιστίνιους χωρίς ουσιαστική δυνατότητα να αναγνωριστούν τα δικαιώματά τους.

Παρά τις έντονες επικρίσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και μια σειρά αραβικών και ισλαμικών κρατών – με τις Βρυξέλλες να υπενθυμίζουν ότι και ενδεχόμενες κυρώσεις «παραμένουν στο τραπέζι» – η αντίδραση της Ουάσιγκτον παραμένει υποτονική. Αναλυτές και Άραβες αξιωματούχοι εκτιμούν ότι, ελλείψει άμεσης αμερικανικής πίεσης, οι πιθανότητες να αλλάξει πορεία το Ισραήλ είναι ελάχιστες, ενώ η προσοχή της κυβέρνησης Τραμπ παραμένει στραμμένη στο σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα.

Ισραήλ – Δυτική Όχθη: φόβοι για εκτοπισμό και ασφάλεια

Στην πράξη, η νέα πολιτική του Ισραήλ σημαίνει ότι χιλιάδες Παλαιστίνιοι κινδυνεύουν να δουν γη που καλλιεργείται επί γενιές με ελιές και αμυγδαλιές να καταγράφεται ως κρατική ή να περιέρχεται σε εποικιστικούς οικισμούς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 54χρονου Καμάλ Τζαραντάτ, ο οποίος διαθέτει οικογενειακή γη στην περιοχή αλ-Αντέισα της Περιοχής C και εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες παλεύει στα ισραηλινά δικαστήρια για να αναγνωριστούν τα ιδιοκτησιακά του έγγραφα, την ώρα που οι έποικοι ξεριζώνουν τα δέντρα κάθε φορά που επιχειρεί να καλλιεργήσει.

Οι φόβοι για εκτοπισμό πληθυσμών και αλλαγή του δημογραφικού χάρτη της Δυτικής Όχθης έχουν σημάνει συναγερμό σε περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Σε κοινή ανακοίνωση, οι υπουργοί Εξωτερικών Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας, Αιγύπτου, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μαζί με την Τουρκία, την Ινδονησία και το Πακιστάν, εξέφρασαν την «κατηγορηματική απόρριψη κάθε μονομερούς μέτρου που στοχεύει στην αλλοίωση του νομικού, δημογραφικού και ιστορικού καθεστώτος των Κατεχόμενων Παλαιστινιακών Εδαφών», σύμφωνα με τη Washington Post.

Παλαιστίνιοι αναλυτές προειδοποιούν ότι η «χλιαρή» διεθνής πίεση επιτρέπει στο Ισραήλ να δοκιμάζει τα όρια της ανοχής της διεθνούς κοινότητας, με την Ευρώπη απορροφημένη στα δικά της προβλήματα και την Ουάσιγκτον να αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση με την ισραηλινή κυβέρνηση.