Η ελληνική υπηρεσία της Deutsche Welle (DW) οδηγείται σε διακοπή, στο πλαίσιο ενός «εκτενούς πακέτου μέτρων» που υιοθετούν το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, το Διοικητικό Συμβούλιο και η διοίκηση του γερμανικού διεθνούς δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, μετά τη μείωση της ομοσπονδιακής επιχορήγησης για το 2026. Η επιχορήγηση μειώνεται κατά 10 εκατ. ευρώ και διαμορφώνεται στα 415 εκατ. ευρώ, ενώ η μη αντιστάθμιση μισθολογικών αυξήσεων προσθέτει επιπλέον κόστος 11 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό «κενό» που καλείται να καλύψει η DW στα 21 εκατ. ευρώ.

Στο ίδιο πακέτο προβλέπεται περιορισμός του δημοσιογραφικού χαρτοφυλακίου σε άλλες γλώσσες, συγχώνευση της γερμανόφωνης δημοσιογραφικής προσφοράς με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας, κατάργηση θέσεων και περικοπή επενδυτικών κονδυλίων. Η εικόνα που δίνεται είναι σαρωτική, με την εκτίμηση να κάνει λόγο για περίπου 160 θέσεις πλήρους απασχόλησης που επηρεάζονται, χωρίς να προβλέπονται απολύσεις.

Η ανακοίνωση για την Ελλάδα και το σκεπτικό της διακοπής

Η DW αποδίδει την επιλογή της διακοπής της ελληνικής υπηρεσίας και σε πολιτικο-θεσμικά κριτήρια: επισημαίνει ότι η Ελλάδα είναι «σταθερή δημοκρατία», με «πολυφωνικό μιντιακό τοπίο» και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με άλλα λόγια, η Αθήνα δεν εντάσσεται στην κατηγορία «περιορισμένων μιντιακών περιβαλλόντων», στα οποία η DW θεωρεί ότι ο ρόλος της ως διεθνούς broadcaster είναι πιο κρίσιμος.

Ο πρόεδρος του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, Karl Jüsten, αναφέρεται ειδικά στο κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας, υπογραμμίζοντας ότι για περισσότερα από 60 χρόνια «ενίσχυε τις ελληνογερμανικές σχέσεις και προέβαλλε τη γερμανική οπτική στην Ελλάδα», προσθέτοντας το μήνυμα ότι «δεν λάβαμε αυτή την απόφαση ελαφρά τη καρδία» και ότι υπήρξαν διαφωνίες.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Achim Dercks, σημειώνει ότι οι νέες περικοπές έρχονται μόλις δύο χρόνια μετά από προηγούμενο πακέτο εξοικονομήσεων 20 εκατ. ευρώ, προειδοποιώντας πως αν δεν αποκατασταθεί η χρηματοδότηση στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του 2027, η DW κινδυνεύει με μακροπρόθεσμη υποβάθμιση ποιότητας, υποδομών και εμβέλειας. Η γενική διευθύντρια Barbara Massing χαρακτηρίζει τα μέτρα «εξαιρετικά επώδυνα», σε μια περίοδο που, όπως τονίζεται, η διεθνής «μάχη επιρροής» στα κρατικά ΜΜΕ κλιμακώνεται.

Από τα βραχέα κύματα της Κολωνίας, σε μια «φωνή» που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση

Η ιστορία της ελληνικής παρουσίας της DW είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιστορία ραδιοφώνου. Η πρώτη ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle μεταδίδεται από την Κολωνία στις 13 Απριλίου 1964 στα βραχέα, σε μια εποχή που τα διεθνή ραδιόφωνα λειτουργούν ως ενημερωτικές «γέφυρες» για ομογενειακά ακροατήρια και για χώρες όπου η πρόσβαση σε πλουραλιστική ενημέρωση είναι εύθραυστη.

Στα χρόνια της δικτατορίας 1967–1974, η ελληνόφωνη ραδιοφωνική υπηρεσία της DW αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς για όσους αναζητούν ενημέρωση έξω από τον ασφυκτικό έλεγχο του καθεστώτος. Η χαρακτηριστική ραδιοφωνική ταυτότητα «Εδώ Deutsche Welle» μένει στη συλλογική μνήμη μιας γενιάς ως ήχος «άλλης πληροφόρησης», ενώ η ίδια η DW έχει παρουσιάσει το ιστορικό αποτύπωμα αυτής της περιόδου μέσα από σχετικό βίντεο-αφήγημα για τον ρόλο του ραδιοφώνου στην Ελλάδα της χούντας.

Μετά τη Μεταπολίτευση, ο ρόλος μετασχηματίζεται: από «παράθυρο» σε συνθήκες λογοκρισίας, σε φορέα διεθνούς ενημέρωσης και γερμανικής οπτικής σε μια Ελλάδα που αλλάζει, εντάσσεται βαθύτερα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και περνά αλλεπάλληλες πολιτικές και οικονομικές καμπές. Η DW, ως διεθνής broadcaster, έχει συνολικά μεταβεί με τα χρόνια από τα βραχέα κύματα σε δορυφορική και διαδικτυακή διανομή, ακολουθώντας τη μεγάλη τεχνολογική στροφή των διεθνών μέσων.

Τι μένει μετά το «λουκέτο» της ελληνικής έκδοσης

Η διακοπή της ελληνικής υπηρεσίας δεν είναι ένα απλό οργανωτικό «κόψιμο» μιας γλώσσας, επειδή η συγκεκριμένη υπηρεσία κουβαλά ιστορικό φορτίο: ξεκινά το 1964, γιγαντώνει την ακροαματικότητά της στην περίοδο της δικτατορίας, και για δεκαετίες λειτουργεί ως σταθερός δίαυλος προς το ελληνικό κοινό, με την ιδιότητα της DW ως γερμανικού διεθνούς δημόσιου μέσου.

Ταυτόχρονα, το ίδιο το σκεπτικό που προβάλλεται για την Ελλάδα, «σταθερή δημοκρατία», «πολυφωνικό μιντιακό τοπίο», «μέλος της ΕΕ», αποτυπώνει και μια αλλαγή εποχής: η DW δηλώνει ότι, με περιορισμένους πόρους, αναγκάζεται να ιεραρχήσει περιοχές και γλώσσες όπου θεωρεί ότι η παρουσία της είναι πιο κρίσιμη για την ελευθερία της ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα, όμως, στην ελληνική πλευρά είναι συμβολικό και πρακτικό μαζί: κλείνει ένας ιστορικός δίαυλος που ξεκίνησε από τα βραχέα της Κολωνίας και πέρασε από τα πιο πυκνά πολιτικά χρόνια της σύγχρονης Ελλάδας.