Η σοκαριστική υπόθεση της πατροκτονίας στη Γλυφάδα επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη διαχείριση των ψυχικά πασχόντων στην κοινωνία, πυροδοτώντας συχνά ακραίες και αντιεπιστημονικές τοποθετήσεις.
Με αφορμή το γεγονός ότι ο 46χρονος δράστης είχε νοσηλευτεί στο παρελθόν, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, προχώρησε σε διευκρινίσεις που αναδεικνύουν τα νομικά και ιατρικά όρια των ψυχιατρικών δομών.
Άρθρο 69 vs Ακούσια Νοσηλεία: Η νομική διαφορά που έκρινε την ελευθερία του
Το κρίσιμο ερώτημα που πλανάται είναι γιατί ένας άνθρωπος με ανάλογο ιστορικό κυκλοφορούσε ελεύθερος. Σύμφωνα με τον κ. Γιαννάκο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά στον Ποινικό Κώδικα.
Όταν ένα δικαστήριο κρίνει κάποιον ακαταλόγιστο για ανθρωποκτονία, τότε ενεργοποιείται το άρθρο 69, που προβλέπει εγκλεισμό σε ψυχιατρική πτέρυγα εφ’ όρου ζωής, καθώς κανένας γιατρός δεν υπογράφει εξιτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις χωρίς νέα δικαστική απόφαση.
Στην περίπτωση του 46χρονου, όμως, η πορεία ήταν διαφορετική. Μετά την αποφυλάκισή του για τον φόνο της μητέρας του, εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο όχι ως υπόδικος ή ακαταλόγιστος, αλλά ως ελεύθερος πολίτης μέσω της διαδικασίας της ακούσιας νοσηλείας (νόμος 2071/92).
Η διαδικασία αυτή, που απαιτεί εισαγγελική παραγγελία και γνμάτευση δύο γιατρών, έχει ένα αυστηρό χρονικό όριο: δεν μπορεί να ξεπεράσει τους έξι μήνες.
Το χρονικό των νοσηλειών και οι ευθύνες
Στα στοιχεία που παραθέτει ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, φαίνεται πως το νοσοκομείο τήρησε κατά γράμμα τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Ο 46χρονος νοσηλεύτηκε αρχικά τον Μάιο του 2018 για 11 ημέρες και επανεισήχθη τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, παραμένοντας έως τον Ιανουάριο του 2019.
«Πώς μπορούσε να νοσηλεύεται τόσα χρόνια στο Δρομοκαΐτειο όταν από το νόμο είχε την υποχρέωση το ίδρυμα εντός εξαμήνου να του δώσει εξιτήριο;», διερωτάται ο κ. Γιαννάκος, επισημαίνοντας ότι ο πατέρας του —θύμα της τωρινής τραγωδίας— και ο δικηγόρος του διεκδικούσαν σθεναρά τα δικαιώματα του ασθενούς για έξοδο από την κλινική.
Ο Μιχάλης Γιαννάκος, υπογραμμίζοντας πως μεταξύ της τελευταίας νοσηλείας και του νέου εγκλήματος μεσολάβησαν οκτώ χρόνια, τονίζει πως οι απόψεις που ταυτίζουν την ψυχική νόσο με την εγκληματικότητα είναι επικίνδυνες και αναχρονιστικές.
«Στατιστικά δεν προκύπτει ότι οι ψυχικά ασθενείς διαπράττουν περισσότερα εγκλήματα από τους γνωστικούς», σημειώνει, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια επιστροφής σε μεσαιωνικές πρακτικές απομόνωσης.
Η ουσία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κοινοποίησε η ομοσπονδία, εστιάζεται στο ότι ο δράστης δεν είχε ενταχθεί στο αυστηρό πλαίσιο του άρθρου 69 μετά την πρώτη του καταδίκη, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη μόνιμη κράτησή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα από το ιατρικό προσωπικό.




