Ο Αυστριακός τραπεζίτης Γιόχαν Στρόμπλ βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα από τα πιο εκρηκτικά σταυροδρόμια της ευρωπαϊκής τραπεζικής: μια εξαιρετικά κερδοφόρα θυγατρική στη Ρωσία, την οποία ούτε μπορεί να πουλήσει ούτε να «σηκώσει» τα κέρδη της εκτός χώρας, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η πολιτική πίεση κλιμακώνεται.

Για μήνες μετά την εισβολή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, ο CEO της Raiffeisen Bank International βρισκόταν σε διαρκή κατάσταση κρίσης, συζητώντας με συμβούλους, ρυθμιστικές αρχές και μετόχους πώς θα προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας σε περίπτωση κατάσχεσης από το ρωσικό κράτος. Ο Στρόμπλ ανέστειλε σταδιακά τη χορήγηση νέων δανείων στη Ρωσία και προσπάθησε να αποκόψει όσο το δυνατόν περισσότερες διασυνοριακές διασυνδέσεις, «σφραγίζοντας» ουσιαστικά τη λειτουργία της μονάδας μέσα στη ρωσική αγορά.

Την ίδια στιγμή, η Raiffeisen διατηρεί και τη μεγαλύτερη ξένη τράπεζα στην Ουκρανία, όπου ο τραπεζίτης αναγκάστηκε να εφαρμόσει σχέδια έκτακτης ανάγκης: απομάκρυνση οικογενειών εργαζομένων, κλείσιμο καταστημάτων σε ζώνες υψηλού κινδύνου και ακόμη και άνοιγμα προσωρινών υποκαταστημάτων σε καταφύγια και σταθμούς μετρό για να εξυπηρετεί πελάτες εν μέσω βομβαρδισμών. Η διπλή αυτή παρουσία, σε Ρωσία και Ουκρανία, κάνει τη θέση της τράπεζας ακόμη πιο ευαίσθητη πολιτικά και επιχειρησιακά.

«Τραπεζίτης» σε μια αγορά που δεν είναι πια… τράπεζα

Παρά το πάγωμα των νέων δανείων, η ρωσική θυγατρική της Raiffeisen έχει εξελιχθεί σε μηχανή παραγωγής κερδών χάρη στις ιδιαιτερότητες της ρωσικής οικονομίας σε καθεστώς πολέμου. Οι Ρώσοι καταθέτες, φοβούμενοι τις εγχώριες τράπεζες, συνεχίζουν να τοποθετούν πάνω από 10 δισ. ευρώ σε λογαριασμούς της Raiffeisen στη Ρωσία, ακόμη κι αν δεν λαμβάνουν κανένα επιτόκιο στις αποταμιεύσεις τους. Με τις χορηγήσεις «στον πάγο», αυτά τα κεφάλαια παρκάρονται ουσιαστικά στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, η οποία προσφέρει διψήφια επιτόκια, δημιουργώντας ένα «άβατο» ταμείο κερδών που φτάνει περίπου τα 5 δισ. ευρώ — χρήματα που όμως δεν μπορούν να βγουν από τη χώρα.

Ο ίδιος ο Στρόμπλ διερωτάται αν η μονάδα του στη Ρωσία μπορεί πια να θεωρείται κανονική τράπεζα, αφού δεν χορηγεί νέα δάνεια επί τρία χρόνια και το άλλοτε προσοδοφόρο σκέλος των διεθνών πληρωμών έχει περιοριστεί σε λίγους μεγάλους εταιρικούς πελάτες, λόγω του υψηλού κόστους συμμόρφωσης με τις δυτικές κυρώσεις. Το γεγονός ότι μέχρι και πρόσφατα η εφαρμογή της τράπεζας στη Ρωσία εμφάνιζε επιλογές για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, παρότι –όπως λέει– δεν εκταμιεύονταν νέα δάνεια, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να «παγώσεις» μια τράπεζα χωρίς να χαλάσεις την εικόνα της.

Η Ρωσία, ο τραπεζίτης και ο «λαβύρινθος» εξόδου

Ενώ ακτιβιστικές και φιλοουκρανικές οργανώσεις κατηγορούν τη Raiffeisen ότι ουσιαστικά στηρίζει τη ρωσική πολεμική οικονομία –μέσω των φόρων που πληρώνει στο ρωσικό δημόσιο και των συναλλαγών που διεκπεραιώνει για εταιρείες ενέργειας και προμηθευτές της αμυντικής βιομηχανίας– ο Στρόμπλ επιμένει ότι η τράπεζα δεν έχει παραβιάσει τις κυρώσεις. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι η παρουσία της στη ρωσική αγορά, την ώρα που ανταγωνιστές όπως η Société Générale και η HSBC έχουν αποχωρήσει, έχει βλάψει σοβαρά την εικόνα του ομίλου.

Ο τραπεζίτης έχει μιλήσει με «δεκάδα» υποψήφιους αγοραστές από την έναρξη του πολέμου, έφτασε μέχρι και σε ταξίδι στη Μόσχα το 2024 για να διερευνήσει σενάρια πώλησης, αλλά οι όροι που έχει θέσει το Κρεμλίνο καθιστούν κάθε συμφωνία εξαιρετικά επώδυνη. Οι ρωσικοί κανόνες απαγορεύουν την πώληση της μονάδας σε τιμή άνω του 40% της δίκαιης αξίας της, ενώ σε περίπτωση εξόδου επιβάλλεται και φόρος 35% επί του τιμήματος, κάτι που οδηγεί τον Στρόμπλ να αποκλείει ξεπούλημα «για ψίχουλα».

Όταν ο τραπεζίτης γίνεται «πρόβλημα» γεωπολιτικής

Η υπόθεση της Raiffeisen δεν αφορά μόνο μία τράπεζα, αλλά και τη σχέση της Ευρώπης με τη Ρωσία την επόμενη ημέρα του πολέμου. Το εμπόριο ΕΕ–Ρωσίας έχει συρρικνωθεί πάνω από 70% σε σχέση με το 2021, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφωνήσει να τερματίσει σταδιακά τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου έως το 2027, περιορίζοντας δραστικά τα κοινά οικονομικά συμφέροντα.

Την ίδια στιγμή, με τον Ντόναλντ Τραμπ να κρατά στο περιθώριο την Ευρώπη στις προσπάθειες διαμόρφωσης μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, ειδικοί από τη Βιέννη προειδοποιούν ότι όποια κατάληξη κι αν έχει ο πόλεμος, οι Βρυξέλλες θα έχουν ελάχιστα κίνητρα να «επιστρέψουν στην κανονικότητα» με τη Μόσχα. Για τον Στρόμπλ και τον διάδοχό του, Μίχαελ Χέλερερ, που αναλαμβάνει το καλοκαίρι, η έξοδος από τη Ρωσία μοιάζει περισσότερο με μαραθώνιο σε γεμάτο εμπόδια παρά με γρήγορο σπριντ, σύμφωνα με το Bloomberg.

Ο ίδιος ο τραπεζίτης έχει ήδη αποφασίσει να μην διεκδικήσει τρίτη θητεία και να αποχωρήσει από τη θέση του CEO την 1η Ιουλίου, αφήνοντας πίσω του ένα «ρωσικό» ζήτημα που παραμένει ανοιχτό και πολιτικά φορτισμένο. Καθώς η Raiffeisen προσπαθεί να διαχειριστεί παράλληλα νομικές ζημιές άνω του 1 δισ. ευρώ στην Πολωνία και να κρατήσει όρθιο έναν όμιλο με 34.000 εργαζομένους σε 23 χώρες, η υπόθεση της Ρωσίας απειλεί να είναι για χρόνια το πιο κρίσιμο – και τοξικό – κεφάλαιο στο βιογραφικό του.