Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Αν έχω χάσει το μέτρημα για το πόσες φορές έχω δει μια ταινία, αυτή είναι σίγουρα το Dirty Dancing. Ήταν καλοκαίρι του 1989 όταν την ανακάλυψα για πρώτη φορά σε βιντεοκασέτα και «κόλλησα» αμέσως, όπως, άλλωστε, σχεδόν όλα τα κορίτσια εκείνης της εποχής.

Και μπορεί να συμπληρώθηκαν πρόσφατα 39 χρόνια (πώς περνάνε τα άτιμα;) από την επίσημη πρεμιέρα της στους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης στις 21 Αυγούστου 1987, όμως μέχρι και σήμερα η μαγεία της παραμένει ολοζώντανη. Ίσως γιατί το Dirty Dancing, με τον Πάτρικ Σουέιζι και την Τζένιφερ Γκρέι, ήταν μια ταινία αρκετά προχωρημένη για την εποχή της. Ίσως πάλι γιατί, αν και γυρίστηκε στο μακρινό 1987, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα κορυφαία φιλμ «κοριτσίστικης ενηλικίωσης». Ίσως, γιατί είναι ένα ρομαντικό και φρέσκο μιούζικαλ. Ίσως, είναι όλα μαζί.

dirty dancing

Στο επίκεντρό της, ένας απαγορευμένος αλλά αγνός έρωτας ανάμεσα σε έναν γοητευτικό άντρα, τον Τζόνι Καστλ που ποθούσαν όλες οι γυναίκες και σε ένα νεαρό κορίτσι της διπλανής πόρτας, τη Μπέιμπι που περνούσε σχεδόν απαρατήρητο. Ένα κορίτσι που οι άλλοι είχαν «βάλει στη γωνία», μέχρι που ήρθε ο σαγηνευτικός Τζόνι για να την πάρει από εκεί και να τη βάλει στο επίκεντρο της προσοχής. «Nobody puts Baby in a corner» (Κανείς δεν βάζει την Μπέιμπι στη γωνία), είπε ο Πάτρικ Σουέιζι, χαρίζοντάς μας μία από τις πιο viral και εμβληματικές ατάκες στην ιστορία του σινεμά. Είναι, όμως, μόνο αυτή η ατάκα και ο χορός που κρατούν την ταινία άσβηστη στο πέρασμα του χρόνου; Γιατί, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, δεν έχουμε βαρεθεί (και μάλλον δεν θα το κάνουμε ποτέ) το Dirty Dancing;

Γιατί έχουμε «κόλλημα» με το Dirty Dancing μέχρι και σήμερα;

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο πρώτος και κυριότερος λόγος έχει ονοματεπώνυμο: Πάτρικ Σουέιζι. Ο ωραίος Τζόνι Καστλ έγινε το απόλυτο σύμβολο του καλοκαιρινού έρωτα, κάνοντας πολλές καρδιές να σκιρτήσουν –όχι μόνο της πρωταγωνίστριας–, ενώ ο ηθοποιός έγινε αφίσα σε κοριτσίστικα δωμάτια, απειλώντας τότε ευθέως το άλλο μεγάλο είδωλο του Χόλιγουντ, τον Τομ Κρουζ.

dirty dancing

Από την άλλη, η Τζένιφερ Γκρέι ήταν –και παραμένει– μία από εμάς. Με μια φυσική ομορφιά, χωρίς τίποτα το επιτηδευμένο, η Μπέιμπι έσπασε τα χολιγουντιανά στερεότυπα. Μας έδωσε, κατά κάποιον τρόπο, το «δικαίωμα» να πιστέψουμε στο παραμύθι: να πιστέψουμε ότι οι εντυπωσιακοί, περιζήτητοι άντρες δεν ερωτεύονται απαραίτητα τις αψεγάδιαστες, «μοιραίες» γυναίκες, αλλά μπορούν να γοητευτούν από την προσωπικότητα ενός απλού κοριτσιού.

Υπάρχει και η ταύτιση. Όταν είδαμε την ταινία τη δεκαετία του ’80 –κι ας διαδραματιζόταν η ιστορία στο 1963– νιώσαμε τη Μπέιμπι δικό μας άνθρωπο. Η αλήθεια είναι πως οι γονείς τότε ήταν αυστηροί, ιδιαίτερα προστατευτικοί, με πολλά «μη», «πρέπει» και περιορισμούς, ακριβώς όπως ο πατέρας στην ταινία. Η ανάγκη, λοιπόν, της Μπέιμπι να επαναστατήσει, να βρει τη δική της φωνή και να ξεφύγει από το προστατευμένο «κουκούλι» της, ήταν κατά κάποιον τρόπο και η ανάγκη που ένιωθαν πολλά κορίτσια εκείνη την εποχή.

Φυσικά, Dirty Dancing χωρίς μουσική και χορό απλά δεν γίνεται. Το soundtrack της ταινίας τα «έσπασε»: σάρωσε στα charts, έγινε πολυπλατινένιο με εκατομμύρια πωλήσεις, ενώ το θρυλικό «(I’ve Had) The Time of My Life» κέρδισε Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού, Χρυσή Σφαίρα και Grammy. Οι χορογραφίες ήταν απίστευτα προχωρημένες για την εποχή τους, το λέει και ο τίτλος του φιλμ. Όσο για τη σκηνή του χορού στο φινάλε; Παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες στην ιστορία του σινεμά, με τη διάσημη φιγούρα όπου ο Τζόνι την κρατάει στον αέρα να έχει αντιγραφεί έκτοτε κατά κόρον.

Σε όλο αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο η εκπληκτική χημεία που είχαν ο Πάτρικ Σουέιζι και η Τζένιφερ Γκρέι. Έβγαζαν έναν απίστευτο ηλεκτρισμό στην οθόνη κι ας αντιπαθούσαν στην πραγματικότητα ο ένας τον άλλον στα γυρίσματα. Όταν χόρευαν μαζί, ήταν τόσο σαγηνευτικοί που απλά δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους.

dirty dancing

Είναι, όμως, και μια ταινία που μέσα από αυτό το καλοκαιρινό ρομάντζο στέλνει το δικό της, δυνατό μήνυμα: ένα νεαρό, απλό κορίτσι της διπλανής πόρτας, όχι ιδιαίτερα όμορφο, καταπιεσμένο από τον συντηρητικό πατέρα της, διεκδικεί στα ίσια και κατακτά τον άντρα που θα ήθελε κάθε γυναίκα. Και το κυριότερο; Σε αντίθεση με τα περισσότερα κλισέ των ταινιών, η Μπέιμπι δεν περιμένει κανέναν «πρίγκιπα» να έρθει για να τη σώσει. Αντίθετα, είναι εκείνη που στηρίζει τον Τζόνι και υπερασπίζεται με πάθος τον έρωτά της απέναντι στην πατρική εξουσία και τα κοινωνικά «πρέπει». Εξάλλου, μην ξεχνάμε πως προέρχονταν από δύο διαφορετικούς κοινωνικά κόσμους: εκείνη ήταν ένα κορίτσι από «καλή οικογένεια» κι εκείνος απλώς ένας χορευτής που δούλευε εποχικά σε ξενοδοχεία.

Κοιτάζοντας όμως την ταινία σήμερα, με την ωριμότητα του τώρα, συνειδητοποιούμε κάτι ακόμα πιο σημαντικό: το Dirty Dancing δεν ήταν ποτέ μια ρηχή, ανάλαφρη κοριτσίστικη καλοκαιρινή ταινία. Ήταν ένα φιλμ πρωτοποριακό και τολμηρό για την εποχή του, που διαπραγματεύτηκε και ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, με κυριότερο αυτό της άμβλωσης (μέσα από την περιπέτεια της Πένι). Η ταινία δείχνει χωρίς περιστροφές πόσο επικίνδυνο και γεμάτο ρίσκο ήταν τότε ένα τέτοιο χειρουργείο στο σκοτάδι και την παρανομία.